21 Φεβρουαρίου 1913 – 21 Φεβρουαρίου 2026 (113 χρόνια ελεύθερα Γιάννενα!)


«ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ! ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕ... ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟI.»






"Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας."


(Παύλος Βρέλλης)




Απομνημονεύματα εθελοντών Μπιζανομάχων από την Χίο


Λάβαμε σήμερα ένα πολύ ενδιαφέρον μήνυμα από τη μακρινή και πανέμορφη Χίο με σπάνιο και πολύ σημαντικό ιστορικό υλικό από την περίοδο των αγώνων για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων και της Ηπείρου που προέρχεται από επιστολές και προσωπικά ημερολόγια εθελοντών Μπιζανομάχων που κατάγονταν από τη Χίο.
Ευχαριστούμε θερμά τον φιλόλογο καθηγητή κ. Λεωνίδα Πυργάρη για το υλικό που μας έστειλε και το οποίο δημοσιεύουμε με μεγάλη μας χαρά.
_____________________________________________________



Προς: 
Δημοτικό Σχολείο Σταυρακίου
ΙΩΑΝΝΙΝΑ

Αξιότιμε συνάδελφε δάσκαλε,

Σας αποστέλλω επιστολές Χιωτών στρατιωτών (παραθέματα 1-4) από το Μέτωπο τής Ηπείρου (1912-13), 
οι οποίες αποτυπώνουν τις ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες εκείνου τού πολέμου: δριμύ ψύχος, δύσβατο και απροσπέλαστο έδαφος, δυσκολία κάλυψης τών επισιτιστικών αναγκών τού στρατού. Συγχρόνως μέσα από τις επιστολές διακρίνεται το υψηλότατο ηθικό φρόνημα τών στρατιωτών και η πεποίθηση για την τελική επικράτηση.

Ακόμα παραθέτουμε άρθρο (παράθεμα 5) τής Εφημερίδας «ΠΑΓΧΙΑΚΗ» τής 10/2/1913, στο οποίο περιγράφονται αναλυτικά τα οχυρωματικά έργα τού Τουρκικού στρατού στην περιφέρεια τών Ιωαννίνων, όπως τα παρουσίαζε τότε η Αγγλική Εφημερίδα Daily Telegraph, της οποίας τη σχετική δημοσίευση αναδημοσίευσε η χιώτικη εφημερίδα. Είναι αξιοσημείωτη η πεποίθηση τής Αγγλικής εφημερίδας, δέκα μέρες πριν την τελική επίθεση στο Μπιζάνι, ότι τη νίκη θα κερδίσουν τα ελληνικά όπλα, παρά τη συντριπτική υλική υπεροπλία τών Τούρκων. Τη βεβαιότητά του για την επικείμενη νίκη τών Ελλήνων στο Μπιζάνι στηρίζει το Αγγλικό έντυπο αφενός στις στρατηγικές ικανότητες τού στρατηγού Σαπουντζάκη και αφετέρου στις αλλεπάλληλες νίκες που είχε μέχρι τη στιγμή εκείνη καταγάγει ο ελληνικός στρατός καθώς και στο ακμαιότατο ηθικό του!

Επίσης στο παράθεμα 6 παρουσιάζουμε τις επίσημες ανακοινώσεις τής Αθήνας μετά την κατάληψη τών Ιωαννίνων καθώς και την απήχηση που είχε η άλωση τής πρωτεύουσας τής Ηπείρου σε άλλες ελληνικές πόλεις αλλά και στο εξωτερικό.

Το παράθεμα 7 είναι μία επιστολή τού στρατιώτη Αιμίλιου Χ. Καρούσου προς τον πατέρα του, η οποία αποτυπώνει παραστατικά τις κάθε είδους δυσκολίες (εδάφους, καιρικών συνθηκών, επισιτιστικές) τού Ηπειρωτικού πολέμου αλλά ταυτόχρονα και την ακατάβλητη αντοχή, ψυχική και σωματική, εκείνης τής ένδοξης και ηρωικής γενιάς!

To παράθεμα 8, - το οποίο αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο τού Γ. Θ. Φεσσοπούλου, ανθυπολοχαγού τότε στις επιχειρήσεις τής Ηπείρου και αυτόπτη μάρτυρα και πρωταγωνιστή τών γεγονότων – παρέχει εικόνα αναλυτική τών οχυρωματικών έργων τού τουρκικού στρατού στην ευρύτερη περιφέρεια τών Ιωαννίνων. Επίσης παρέχεται εικόνα τών συνθηκών πολέμου και διαβίωσης τών πολεμιστών κατά τη μάχη τής 7ης Ιανουαρίου, καθώς και συγκεκριμένα περιστατικά αυτοθυσίας και ηρωισμού.

Στο παράθεμα 9 ο Γ. Θ. Φεσσόπουλος αναφέρεται αναλυτικά στην τελική επίθεση της 20ής Φεβρουαρίου 1913, περιγράφει λεπτομερώς τη μάχη και τις δυσμενείς της συνέπειες για τους Τούρκους και αποτιμά το μέγεθος τής ελληνικής νίκης.

Τέλος, στο τελευταίο παράθεμα, το 10ο, γίνεται αναφορά από τον ίδιο απομνημονευματογράφο στις σκληρές συνθήκες εδάφους και καιρού που επικρατούσαν στην περιοχή τής Μανωλιάσσας, και στο ηθικό τών στρατιωτών. Επίσης παρουσιάζονται μάχες σ’ εκείνη την περιοχή.

Χίος: Απρίλιος 2013 
 
Επιμέλεια:
Λεωνίδας Πυργάρης
Φιλόλογος Καθηγητής
2ο Γεν. Λύκειο Χίου




MIA EΠΙΣΤΟΛΗ ΛΟΧΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟΝ


1) MIA EΠΙΣΤΟΛΗ ΛΟΧΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟΝ

Ο στρατός τής Κατοχής τής γλυκειάς μας πατρίδος, ο διατρέξας τα μακεδονικά πεδία ένδοξος και νικηφόρος και κατατροπώσας ούτω τον Τούρκον και εξαφανίσας αυτόν από της πολυπαθούς Μακεδονίας, μας αφήκε και εδώ πολλάς αναμνήσεις.
Ουδέποτε πιστεύω θα λησμονήσωμεν οι Χίοι την γενναίαν ψυχήν τών μαχητών τού Σαρανταπόρου και των Γιαννιτσών, οι οποίοι ήλθον εδώ και μας ηλευθέρωσαν χύσαντες μετά και άλλων συναδέλφων των το αίμα των δια την ελευθερίαν μας.
Έτυχε εις το διάστημα τής παραμονής ενταύθα τού στρατού τής Κατοχής να γνωρίσω έναν λοχίαν εξ Αθηνών, ανήκοντα εις τα πολυβόλα, λεβεντόπαιδο πρώτης, με καρδιά, ψυχή, φρόνημα και χαρακτήρα σπάνια. Είνε παλληκαράκι ακόμη, μόλις 20 ετών και έχει λάβει στρατιωτικόν έπαινον δια την επίδοσίν του εις τα πολυβόλα. Όλοι τον αγαπούν και τον εκτιμούν και ιδία ο Συνταγματάρχης του, ο αρχηγός τής Κατοχής.
Μου έλεγεν κατά την αναχώρησίν του απ’ εδώ με τον στρατόν μαζί «Αγαπητέ Κ… ποτέ δεν θα λησμονήσω την ωραίαν Χίον, πάντοτε θα την ενθυμούμαι, και πάντοτε παν το Χιακόν θα μου ενθυμίζη τας ωραίας και ευτυχείς ημέρας που περάσαμε στην Χίον. Θα σου γράφω, φίλε μου, πάντοτε, οσάκις έχω καιρόν, από την Ήπειρον».
Εγώ επερίμενα ανυπομόνως ειδήσεις του. Κάθε φορά που ήρχετο το Ταχυδρομείον, επήγαινα κ’ ερωτούσα αν έχω κανένα γράμμα.
Τέλος προχθές ανέπνευσα. Έλαβα μίαν επιστολήν από το στρατόπεδον τής Ηπείρου υπό ημερομηνίαν 2 Ιανουαρίου. Εκ της επιστολής αυτής αποσπώ τα ακόλουθα εμφαντικά τής μεγάλης και ευγενούς ψυχής τού λεβέντη Έλληνος υπαξιωματικού.
______________________________________________
2 Ιανουαρίου 1913

Αγαπητέ μοι Κ…
Πλησιάζομεν να φθάσωμεν εις το Μπιζάνι. Είμαι πολύ ενθουσιασμένος που θα πάμε να ελευθερώσωμε τα δοξασμένα και πολύπαθα Γιάννενα. Χθες είχαμε φαγητόν και εφάγαμε εις υγείαν τής μυριπνόου και αλησμονήτου Χίου μας.
Είμαι ξαπλωμένος στο βάθος μιας μικράς στρογγύλης σκηνής από δύο αντίσκηνα. Βαδίζομεν προς το Μπιζάνι. Εάν μεταβώμεν εις την Μεραρχίαν μας ήτις κατέχει το μέσον του μετώπου, μετατοπισθείσα χθες θα γίνωμεν θεαταί μιας τών μεγαλυτέρων επιθέσεων τής νεωτέρας εποχής, καθότι αι δυνάμεις μας θα ανοιχθούν εις μήκος 15 χιλιομέτρων. Φαντασθήτε μεγαλοπρέπεια πολεμικού θεάματος και εκεί κάπου ο ρυθμικός κρότος τών πολυβόλων μας θα χάνεται από τον εκκωφαντικόν κρότον 400 οβίδων (ως υπολογίζεται ριπτομένων κατά 1 λεπτόν).
Πέριξ ακούει κανείς ένα πανηγύρι, βασιλεύει απ’ άκρου εις άκρον μία ευθυμία απερίγραπτος, διότι σήμερον κατά την αναχώρησίν μας εμοιράσθη αρκετόν κονιάκ και έτσι τώρα σε όλον τον δρόμο γίνεται ένα πανδαιμόνιον από «Χιώτισσες μικρές παπαδοπούλες» και «Ζιχνήδες που γένηκαν κουρέλι κ.τ.λ. κ.τ.λ.
Βλέπετε η Χίος είναι η ζωηρωτέρα των αναμνήσεών μας ακόμη. Τι δε να πω για με που διαρκώς σας έχω στο μυαλό μου; Διαρκώς νομίζω πως είμαι εν ονείρω και δεν θέλω ακόμη να πιστεύσω ότι έφυγα από το ωραίο νησί σας δια παντός.
Αυτήν τη στιγμήν κάποιος μίμος έκαμε και τον περίφημον Φραγκόπουλον καθ’ ην στιγμήν απήγγελλεν στίχους εις την παραλίαν και εγέλασα με την καρδιά μου.
Ήθελα να γράψω περισσότερα αλλά γράφω με το πλευρόν και πιάστηκε η ωμοπλάτη μου. Με την ελπίδα ότι θα σε επανίδω κάποτε.

Σε φιλώ
Ο φίλος σου

Γ. Π. Δ.
[Εφημερίδα «ΠΑΓΧΙΑΚΗ», Ιανουάριος 1913]

ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΛΟΧΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟΝ

3) ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΛΟΧΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟΝ

Πώς έγινεν η επίθεσις. –Οι στρατιώται μας ορμούν ως λέοντες. –Τα κανόνια τού Αλή Πασά. –Μία ωραία περιγραφή τών Ιωαννίνων.
___________________________
ΙΩΑΝΝΙΝΑ 28 Φεβρουαρίου 1913
Αγαπητέ μου Κ…
Επί τέλους οι κόποι και αι κακουχίαι ετελείωσαν. Εκείνο όπερ εθεωρούμεν όνειρον έγινε πραγματικότης, και με μεγάλην μου χαράν σού γράφω από τα Ιωάννινα.
Τώρα σού γράφω ολίγας λέξεις περί της γενικής επιθέσεως και της καταλήψεως τών Ιωαννίνων.
Ο ελευθερωτής τής αγαπητής Χίου στρατός επέπρωτο να εισέλθη πρώτος εις την Ηπειρωτικήν πρωτεύουσαν. Ένα βράδυ έξαφνα, ύστερα από ένα άγριο και μανιασμένο βορρηά και μια πανδαισίαν χιόνος, ελαμβάνομεν την διαταγήν, ότι την επομένην εγκαταλείποντες το χωρίον Κοπάνι (κάτωθεν υψωμάτων Μανωλιάσης και Προφήτου Ηλία) θα εκάμνομεν κυκλωτικήν κίνησιν προς κατάληψιν Τσούκας και Αγίου Νικολάου.
Πρωί πρωί εκινήσαμεν και διαβαίνοντες τοποθεσίας αγρίου μεγαλείου εφθάσαμεν αργά την εσπέραν εις χωρίον Τσαρίτσαιναν. Αλλά τι να σου ειπώ. Οδός δεν υπήρχε, η χιών κρυσταλλωμένη εις το έδαφος μάς έκαμνεν να πίπτωμεν εις έκαστον βήμα. Τα ζώα ήσαν μαρτύριον κινδυνεύοντα ανά πάσαν στιγμήν να χαθούν εις βαθείας χαράδρας. Τίποτε το καλόν δεν προοιωνίζετο η πορεία εκείνη.
Την νύκτα εκοιμήθημεν ή μάλλον εξενυκτήσαμεν πέριξ μεγάλων πυρών, λόγω τού υπερβολικού ψύχους.
Ελησμόνησα να σου γράψω ότι την ημέραν αυτήν παρέστημεν θεαταί μεγαλοπρεπούς θεάματος. Ισχυρός βορράς εις τας κορυφάς τού χιονοσκεπούς Ολύτσικα πνέων εγένετο αίτιος χιονοστροβίλων. Φαντάσου να βλέπης εις ύψος μεγάλον λευκόν όγκον κινούμενον ακριβώς ως οι ανεμοστρόβιλοι τής ξηράς.
Την επομένην 19ην εβαδίσαμεν μέχρι τής 3ης απογευματινής και εμείναμεν εν αναμονή εις τι χωρίον Μαουσσούς μέχρι τής 7ης εσπερινής. Ήδη είχομεν υπερβή κατά το ήμισυ τον περίφημον Ολύτσικα, δεν έμενε πλέον ή μικρόν μέρος και έπειτα μία μικρά πεδιάς, αφ’όπου βαδίζοντες έδει λίαν πρωί να εκάμνομεν επίθεσιν δια της λόγχης κατά των υψωμάτων Αγίου Νικολάου και Τσούκας όπου τα εχθρικά πυροβολεία. Κατά την εις το χωρίον στάθμευσίν μας μ’όλην μου την σωματικήν εξάντλησιν, έλαβον τον καιρόν να θαυμάσω την μεγαλοπρέπειαν τών ενδόξων εκείνων ορέων. Μακράν εις τον ορίζοντα ένα κομμάτι αντιπροσωπεύει τον Αμβρακικόν, δεξιώτερα ως εν πανοράματι η κωνοειδής τής Κιάφας κορυφή και κατά σειράν τα άλλα υψώματα, τα απρόσιτα τού Σουλίου, λευκά, αιχμηρά, άγρια και μεγαλοπρεπή. Εκεί ιστάμενός τις αισθάνεται δέος προ της μεγαλουργείας δεν γνωρίζει τι να θαυμάση.
Η νυξ ήλθε, νυξ παγερά και ασέληνος. Βαδίζομεν, βαδίζομεν ακαταπαύστως και την πρωίαν μάς επισκέπτονται αι πρώται και μοναδικαί εχθρικαί οβίδες. Μοναδικαί λέγω διότι το τάγμα Κουβέλη και οι λόχοι 9ος και 12ος του 7ου Συντάγματος καταλαμβάνουσι τάχιστα τα πυροβολεία του και εκτοπίζουσι τούς εχθρούς μη προφθάσαντες ούτε τα όπλα να πάρουν. Είτα εξακολουθεί μία δαιμονιώδης προέλασις αι πεπτωκυίαι δυνάμεις αναζωπυρούνται και ουδείς παραπονείται. Όλοι έχουν την πεποίθησιν ότι βαδίζομεν πλέον οριστικώς δια τα Ιωάννινα.
Και όντως την 4ην απογευματινήν, οτέ πολεμούντες, οτέ βαδίζοντες αφήνομεν πλέον τα υψώματα κατερχόμενοι εις Ιωάννινα και δη εις χωρίον Κοσμερά όπου συγκεντρούται η φάλαγξ, λόγω του ότι το μικτόν σώμα τού Μαλάμου βαδίζει δεξιώτερον προς κατάληψιν πυροβολείων Σαδοβίτσης με την 4ην Μεραρχίαν, προελάσασαν από Μανωλιάσης και σχηματίζομεν προφυλακάς διότι η νυξ μάς κατέλαβε.
Εν τω μεταξύ ο εχθρός πανικόβλητος υποχωρεί από Σαδοβίτσης. Τα οχυρώματα Καστρίτσης και Μπιζανίου, όπισθεν τών οποίων ευρισκόμεθα δεν βάλλουν πλέον. Κάτω εις την δημοσίαν οδόν ακούεται κρότος και φωναί υποχωρούντων.
Ελησμόνησα να είπω ότι ημέτερον ιππικόν προελάσαν το απόγευμα εις την πόλιν εγένετο αιτία τής τελικής σκέψεως τού Εσσάτ όπως παραδοθή το ταχύτερον. Μόνον τμήματά τινα αποχωρούν ατάκτως όπως ενωθούν με τα συντρίμματα τού Ριζά πασσά, των πανικοβλήτων εκείνων τού Σαρανταπόρου και του Σύροβιτς.
Δεν θα βραδύνουν και αυτοί να πιουν τον καφέν τους εις το Ακταίον, μου φαίνεται δε ότι ημείς και πάλιν προοριζόμεθα δια την καταδίωξίν τους.
Την επομένην εισερχόμεθα περί την 3ην μ.μ. εις την πόλιν εκτελέσαντες μεγάλην εκκαθαριστικήν προς τ’αριστερά κίνησιν.
Μας υποδέχονται με το τοπικόν ιδίωμα «καλώς ορίσαταν, καλώς ορίσαταν ορέ παιδία», περιποίησις μεγάλη, φωναί, ζήτω, αλλαλαγμοί.
Αυτήν την στιγμήν καθισμένος στην ιδίαν στρογγυλήν σκηνήν με γραφείον ένα κιβώτιον τών πολυβόλων έχω απάναντί μου ένα θαυμάσιον θέαμα, διότι ως και άλλοτε σού έγραφα η χώρα δεν στερείται φυσικών καλλονών.
Η λίμνη εις απόστασιν χιλιομέτρου απλώνει τα γαλανά της νερά ήσυχα ήσυχα. Τόσον απαλά ώστε να χύνη και στης ψυχές μας μια γαλήνη και να μας κάμνη να ονειροπωλώμεν. Μέσα της αντικατοπτρίζει ένθεν μεν τους υψηλούς και χιονοσκεπείς τής Ηπείρου γίγαντας ένθεν δε την ιστορικήν νησίδα και την πόλιν τών Ιωαννίνων περιεζωσμένην με το φρούριον τού Αλή Πασσά.
Κατακαϋμένη λίμνη! Τι μυστήρια έχεις κρύψη στο βάθος σου! Αντιπροσωπεύεις ένα μικρό Γιλδζ επί Αλή Πασσά. Και εκεί στο ωραίο σου νησάκι ένα λευκό σπητάκι αν και κατάλευκο μοιάζει σαν κοιλίς. Αυτού ωργίαζε το τέρας και αυτού μέσα πάλιν παρέδωκε την μιαράν του ψυχήν. Εκεί επάνω στο αντικατοπτριζόμενον φρούριον ας έχη γαίαν ελαφράν. Εκεί εν μέσω τών απείρων πυρομαχικών σου, αγρία ψυχή τού Αλή πασά, ευρέ την ησυχίαν πλέον. Όσον και αν φρυάξης ο Θεός τού Ισλάμ δεν υπάρχει πλέον δια σε. Η ημισέληνος δεν θα κυματίση ποτέ πλέον επί των επάλξεων τών ημικατεστραμμένων κάστρων σου και τα οξυδωμένα πυρομαχικά σου θα μείνουν αυτού αντιπροσωπεύοντα την αγρίαν και απολίτιστον εποχήν σου. (Εύρομεν ενταύθα τα πυρομαχικά τού Αλή Πασά, μπάλες διαφόρων μεγεθών αμέτρητες). Και θα έχης σύντροφον τής βαθείας νυκτός τον νεώτερον αδελφόν σου τον Τζαβήν μπέην δια να σου διηγείται τα άθλα τών αθλίων γιουνανλήδων, των Μεγάλων Ελλήνων!

Σε φιλώ ο φίλος σου

Γ. Π. Δης
[Εφημερίδα «ΠΑΓΧΙΑΚΗ», Μάρτιος 1913]

ΠΟΛΕΜΙΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ - ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΛΟΧΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟΝ


2) ΠΟΛΕΜΙΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ - ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΛΟΧΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟΝ

Ο βίος εις την Ήπειρον. – Κρύο διαβολεμμένο. – Παρά τας όχθας τού Λούρου. – Και αεροπλάνον. – Το τάγμα τού Κουβέλη. – Το περίφημον «Χαμητιέ». – Σεφκέτ ο Νεότουρκος. – Διαζύγιον με τον θάνατον.
______________________________________

ΠΙΣΑΤΟ, 10 ή 11 ή 12 Ιανουαρίου 1913(!)
Αγαπητέ Κ…
Έχομεν χάση την ημερομηνίαν. Περνάμε πολύ άσχημα.
______________________________________

ΚΟΠΑΝΙ, 25 Ιανουαρίου 1913.
Αγαπητέ μου Κ…
Ο τόπος τον οποίον διήλθομεν είναι κατ’ εξοχήν ορεινός. Ωχριά το υψικόρυφον Αίπος(1) προ των ατελειώτων και χιονοσκεπών Τζουμέρκων, Ζαλόγγων, Λύτσικο και λοιπών ατελευτήτων οροσειρών τής Ηπειρωτικής μας χώρας. Εις την αρχήν λαβόντες την δημοσίαν οδόν από Πρεβέζης, άγουσαν εις Ιωάννινα και με καλόν αρκετά καιρόν διήλθομεν ολίγας ώρας ευχαρίστους και παρηγορητικάς. Οι στρατιώται ελησμόνουν σχεδόν την Χίον αναπαυόμενοι παρά την κοίτην τού Λούρου.
Ήτο μαγεία να σταθή κανείς δι’ ολίγα λεπτά και να απολαύση τής φύσεως εκείνης. Εδώ η οδός σαν μια λευκή κλωστή τεντωμένη στην απότομον κλιτύν τού όρους, απέναντι απορρώγες εκπλήττοντος μεγαλείου (επ’ αυτών πολλάκις και ίχνη προϊστορικής εποχής).
Κάτω εις βάθος 200 βημάτων γλυκύς και υπόκωφος ήχος ρεόντων υδάτων αναμιγνυόμενος με των πουλιών το γλυκύ άσμα. Αλλού διηρχόμεθα πολύ πλησίον τού Λούρου και τότε νέοι ορίζοντες δια τον παρατηρητήν. Με δυό λόγια καλλοναί άξιαι θαυμασμού.
Αλλ’ επληρώσαμεν πολύ κακά τον ρεμβασμόν αυτόν από του Εμίν Αγά και άνω. Φθάνει να σου ειπώ ότι έπαθα και ψύξιν τών ποδών και εκινδύνευσα να εξαντληθώ τελείως εις την αφιλόξενον ταύτην γην.
Τώρα από 4-5 ημερών μένομεν ενταύθα είναι δυό ημέραι τώρα που λαμπρός ο ήλιος μας αναζωογονεί. Καθ’ όλην την γραμμήν κρατούμεν τας θέσεις μας με προφυλακάς. Αυτήν την στιγμήν διήλθεν άνωθέν μας εν αεροπλάνον.

______________________________________
 
ΚΟΠΑΝΙ, 1 Φεβρουαρίου 1913

Αγαπητέ μου Κ…
Το τάγμα τού Κουβέλη μετέβη δια προφυλακάς εις πλησιόχωρον μέρος οπόθεν επανήλθε χθες το βράδυ. Σήμερον το πρωί ανεχώρησε πάλιν το τάγμα Κουβέλη μεταβαίνον εις συνάντησιν τού 1ου Συντάγματος και ήλθεν εις ημάς το από Θεσσαλονίκης αποχωρισθέν 2ον τάγμα.
Σφοδρόν ψύχος και ισχυρός pounentes με εκράτησεν υπό το αντίσκηνον μέχρι τής 9 π.μ.
Δεν γνωρίζω αν έφθασαν μέχρις αυτού αι επιστολαί μου αφ’ ου μάλιστα το περίφημον «Χαμηδιέ» ενέσπειρε πανικόν εις την …Ερυθράν Θάλασσαν και το στενόν τού Σουέζ. Τώρα θα μου επιτρέψης να σου μεταδώσω και μίαν είδησιν. Προ ολίγου επίσημος είδησις τού στρατηγείου ανήγγειλεν εις ημάς ότι Σεφκέτ ο Νεώτερος, αν και προ πολλού Νεότουρκος, εζήτησεν την επέμβασιν τών Δυνάμεων. Τι ειρωνεία αλήθεια δι’ εν κράτος να είναι εν κράτει και μάλιστα εις τοιαύτας περιστάσεις.
Αλλά μη μιλής καθόλου. Αι ανοησίαι των θα σας κάμουν ένα ωραίον ελληνικόν νομόν πράγμα που θα μας ευχαριστήση υπερβολικά. Δεν θα ήτο κρίμα η ωραία νύμφη τού Αιγαίου η φιλόξενος και μυρίπνοος, μέχρι τής χθες «Χίος δούλη» να γίνη αυτόνομος και όχι Ελλάς;
Καλώς θα ηνόησες προ πολλού έκαμα διαζύγιον με τον θάνατον.

Γ. Π. Δης.
[Εφημερίδα «ΠΑΓΧΙΑΚΗ», Φεβρουάριος 1913]
_____________
(1) Βουνό τής κεντρικής Ανατολικής Χίου, του οποίου το ύψος είναι ασήμαντο μπροστά σ’ αυτό τών ηπειρωτικών βουνών. Στο Αίπος, το Νοέμβριο τού 1912, διεξήχθησαν σφοδρότατες μάχες κατά τών Τούρκων από τους πολεμιστές οι οποίοι στο τέλος Δεκεμβρίου 1912 μετέβησαν στα Γιάννενα. Ένας απ’ αυτούς είναι και ο συγκεκριμένος. 

Ο Γιαννιώτης Αϊ Γιάννης

[μαρτύρησε στις 18 Απριλίου 1526 μ.Χ.]
Bληθείς καμίνου εν μέσω Iωάννη,
Xριστώ προσήδες ύμνον ευχαριστίας.

Δεκὰτ Ἰωάννης ὀγδοάτηῃ δέμας ἀπηνῶς καύθη.




Του Χρήστου Χρηστοβασίλη

Όταν έπεσαν τα Γιάννινα στα χέρια του Σουλτάν Μουράτ, κατά τα 1431, δηλαδή είκοσι δυο χρόνια πριν παρθεί η Πόλη, οι Χριστιανοί Γιαννιώτες, επειδή είχαν υποταχτεί θεληματικά στον Τούρκο, και συνθηκολογήσει μ’ αυτόν, διατήρησαν το προνόμιο να κάθονται στο Κάστρο, μαζί με τους παλιούς τους Εβραίους. Οι Τούρκοι, οι εφτά Φατήχηδες έχτισαν σπίτια έξω από την κεντρική θύρα του Κάστρου, όπου κατοικούσαν κι όσοι άλλοι Τούρκοι έρχονταν από τότε είτε ως δημόσιοι υπάλληλοι, είτε ως στρατιωτικοί και μαζί μ’ αυτούς κι’ οι νέοι Εβραίοι κι’ όσοι άλλοι Χριστιανοί έρχονταν να εγκατασταθούν στα Γιάννινα, από ξένα μέρη, είτε από Ηπειρωτικά χωριά, γιατί δεν περίσσευε χώρος να χτίσουν σπίτια μέσα στο Κάστρο. Έτσι σχηματίστηκαν ξεχωριστοί συνοικισμοί, χώρια οι τούρκικοι, χώρια οι χριστιανικοί και χώρια οι εβραϊκοί κι’ οι γύφτικοι.

Το προνόμιο αυτό, του να κατοικούν οι χριστιανοί Γιαννιώτες μέσα στο Κάστρο, τώχουν χάσει στα 1611, όταν έγινε η επανάσταση του Διονυσίου του Σοφού, που προσωνομάστηκε ύστερα για τούτο από τους Τούρκους Σκυλόσοφος. Έτσι βγήκαν οι χριστιανοί από το Κάστρο, και μπήκαν οι Τούρκοι, έπιασαν τα χριστιανικά σπίτια, γκρέμισαν τες εκκλησιές και τα μανναστήρια που ήταν εκεί κι’ έχτισαν τζιαμιά στην θέση τους.
Μια από τες χριστιανικές συνοικίες, που είχαν χτιστεί τότε έξω από το Κάστρο, πριν διωχτούν απ’ εκεί οι χριστιανοί, ήταν κι η συνοικία του Πλιθοκοποιού. Εκεί κατά τα 1520 ζούσε μια φτωχή οικογένεια, απ’ έναν πατέρα, μια μάννα κι’ ένα παιδί, που λέγονταν Γιαννάκης. Είχαν το σπιτάκι τους κοντά στο σημερινό Γυμναστήριο, που σώζονταν ως τες ημέρες του πάππου μου, αλλ’ είναι τώρα χρόνια, που δεν μπόρεσε να το διατήρηση πλειο η χριστιανική ευσέβεια της συνοικίας, που το θεωρούσε ως κειμήλιο ιερό. Στα 1855 καταστράφηκε τέλεια, το μάχονταν από την μια την μεριά, ο τούρκικος φανατισμός κι’ από την άλλη εκείνοι που διατηρούσαν εκεί τα πλιθοκοποιά.
Ο Γιαννάκης σ’ ηλικία δεκαεφτά-δεκαοχτώ χρονών ήταν θαύμα ομορφιάς. Νόμιζε κανείς ότι δεν ήταν γεννημένος στον κόσμο τούτον, αλλ’ είχε πέσει, σαν αστέρι από τον ουρανό και σκαντάλιζε τα βάσκανα μάτια των Τούρκων, οι οποίοι, αν κι’ είχαν λίγα χρόνια που είχαν αρνηθεί τον Χριστιανισμό, έρεπαν σ’ όλες τες αμαρτίες των Ασιανών Τούρκων. Άλλοι Τούρκοι τον προσωνόμαζαν αυγερινό, άλλοι φεγγάρι κι’ άλλοι ήλιο.
Λέγουν πως μια μέρα πιάστηκαν πεντέξι Τούρκοι εξ αιτίας του, μαχαιρώθηκαν και σκοτώθηκαν στην βρύση, που αφορμής από το γεγονός αυτό ωνομάστηκε «Κανλή Τσιεσμέ» ήτοι αιματωμένη βρύση, που οι Τουρκογιαννιώτες το παρέφθειραν σε «Καλούτσιανη», από την οποία βρύση πήρε τ’ όνομα όλη η συνοικία, που είχε αρχίσει να κατοικιέται, σωζόμενη ως τα σήμερα. Αυτός ο πολλαπλός φόνος συντάραξε τους Τουρκογιαννιώτες κι’ αποφάσισαν, κατόπιν ιερού φετβά να παραδώσουν τον Γιαννάκη ως ηθικόν αυτουργόν στον κατή για να τον καταδικάσει εις θάνατον. Αλλ’ η Μητρόπολη τον παρέλαβε νύχτα και κρυφά τον έκρυψε στο Μοναστήρι των Ασπραγέλων του Ντοβρά, για κάμποσον καιρό κι’ ύστερα τον έστειλε στον Πατριάρχη στην Πόλη. Ήταν τότε Πατριάρχης ο Ιερεμίας ο Ζιτσιώτης, ο οποίος τον σύστησε αμέσως σ’ έναν μεγάλον Χριστιανόν ράφτην, για να μάθη την τέχνη και να βγάζει το ψωμί του.
Ο Γιαννάκης είχε μεγάλη επίδοση στην ραφτικήν κι’ ο αφεντικός του βλέποντας τον καλόν, δουλευτάρη και τίμιον νέον, έβαλε με το νου του να τον κάνη γαμπρόν στην μοναχοθυγατέρα του.
Μια μέρα πέρασε από το κατάστημα ο ιμάμης της συνοικίας και παράγγειλε έναν τζιουμπέ. Ύστερα από δυο-τρεις μέρες ράφτηκε ο τζιουμπές κι’ επιφορτίστηκε ο Γιαννάκης να τον πάγη στο σπίτι του ιμάμη, για να πάρει και την αξία του. Εκείνη την ώρα έλειπε ο ιμάμης στο τζιαμί και τον δέχτηκε η γυναίκα του η οποία, μόλις τον είδε, έμεινε εκστατική από την «ομορφιά του κι’ έβαλε κι’ αυτή με το νου της να τον κάνη γαμπρό στην μοναχοθυγατέρα της, την Ζουλέϊκα. Δίνοντας τον τζιουμπέ ο Γιαννάκης θέλησε να φύγει και να επιστρέψει στο ραφτάδικο, αλλ’ η ιμάμαινα τον κράτησε με γλυκά λόγια και με γλυκά κεράσματα: αρωματισμένο και χρωματισμένο σερμπέτι και ταούκ-γκιοξού. Σ’ αυτό απάνω έφτασε κι’ ο ιμάμης από το τζιαμί. Έλαβε τον τζιουμπέ, ευχαριστήθηκε και πλήρωσε την αξία του. Ο Γιαννάκης λαβόντας τα χρήματα του τζιουμπέ έφυγε τρεχάτος για το κατάστημα, αφήνοντας στον ιμάμη και στην ιμάμαινα την λάμψη και την γοητεία της ομορφιάς του. Η ιμάμαινα ανεκοίνωσε αμέσως την σκέψη πουχε συλλάβει για τον Γιαννάκη κι’ ο ιμάμης την έγκρινε.
- Βαλαχή! Είπε η ιμάμαινα στον άντρα της, είναι κρίμα νάναι ο Άγγελος αυτός του Αλλάχ γκιαούρης και να πάει στο Τζιεχενέμ η ψυχή του! Πρέπει να γένη μουσουλμάνος κι’ ύστερα θα τον κάνουμε παιδί μας στην Ζουλέϊκά μας…
- Καλά το λες γυναίκα μου, αλλά πρέπει να θέλει και το παιδί να γένη Τούρκος. Δεν γένεται με το στανιό. Ξέρεις τι σκυλιά είναι οι γκιαούρηδες για την ψεύτικη τους θρησκεία; Τους κρεμάς ή τους ρίχνεις στην φωτιά για νάρθουν στην αληθινή μας πίστη κι’ αυτοί δέχονται την κρεμάλα τραγουδώντας ή πηδούν στες φλόγες μέσα χαρούμενοι, για την αγάπη του Ισά.
- Να βρεις τρόπο να ξανάρθει αυτό το γκιαουρόπαιδο στο σπίτι μας κι’ εγώ θα τα καταφέρω!
- Είν’ εύκολος ο τρόπος. Είπ’ ο ιμάμης. Παραγγέλω στον αφεντικό του έναν χιρκά και τ’ αγγελόμορφο παιδί θα μου τον φέρει. Πε μου κι’ εμένα όμως για να ξέρω τι θα κάνη;…
- Να σου ειπώ… θάρθη ο Άγγελος μας με τον χιρκά. Θα τον μπάσω μέσα στον οντά της Ζουλέϊκας, σε λίγο θα μπει μέσα κι’ η Ζουλέϊκά κι’ ύστερα δυο μάρτυρες μουσουλμάνοι θα ιδούν να βγαίνουν από τον οντά ο Άγγελος μας κι’ η Ζουλέϊκά μας, με το πρόσωπο γυμνό, χωρίς τον φερετζιέ της. Οι μάρτυρες θα μαρτυρήσουν αυτό στον κατή, ο κατής θα πιστέψει την μαρτυρία τους, θα τον θεώρηση μουσουλμάνον κι’ εσύ ως ιμάμης θα διαταχτής να τον σουνετέψης.
- Βαλαχή! Πολύ καλά τα λες γυναίκα μου, αλλ’ αν δεν θελήσει;
- Είναι δυνατόν να μην θελήσει, όταν μάλιστα ιδή την Ζουλέϊκά μας; Αν όμως δεν θελήσει, τότε κάχρ ολσούν για να μην χαίρωνται οι γκιαούρηδες τέτοια ομορφιά!
Όπως σχεδίασε η ιμάμαινα έτσι κι’ έγιναν: Πέρασε ο ιμάμης από το ραφτάδικο που δούλευε ο Γιαννάκης και παρήγγειλε τον χιρκά. Ύστερα από δυο μέρες ο Γιαννάκης τον πήγε στο σπίτι του ιμάμη, τον έμπασε η ιμάμαινα στον οντά της Ζουλέϊκας, όπου μπήκε κι’ η Ζουλέϊκά χωρίς τον φερετζιέ της, ύστερα ο ιμάμης, η ιμάμαινα, η Ζουλέϊκά οι δυο μάρτυρες κι’ ο Γιαννάκης μπροστά στον κατή, διαδικασία και καταδίκη του Γιαννάκη εις θάνατον, αν δεν θελήσει να σουνευτή και να γένη μουσουλμάνος.
Ο Γιαννάκης διαμαρτυρήθηκε ότι είναι χριστιανός και δεν αλλάζει την χριστιανική του πίστη κι’ ο κατής διέταξε την προφυλάκιση του, με την κατηγορία ότι είχε σχέσες με μουσουλμάνα και ότι της είχεν υποσχεθεί να γένη μουσουλμάνος και να την συζευχθή.
Έμαθε όλα αυτά ο αφεντικός του Γιαννάκη, έτρεξε στον Πατριάρχη Ιερεμία και του ανέφερε το κακό που βρήκε το αθώο παιδί. Ο Πατριάρχης λυπήθηκε κατάκαρδα μαθόντας τα κι’ έστειλε αμέσως στην φυλακή τον Μέγα Πρωτοσύγκελο να πληροφορηθεί πως είχε γίνει η κατηγορία του και να τον ενίσχυση στον ιερόν αγώνα του Χριστού. Ο Γιαννάκης εξωμολογήθηκε στον Μέγα Πρωτοσύγκελο όλην την αλήθεια, ότι δεν είχε καμιά σχέση με την κόρη του ιμάμη κι’ ότι όλη αυτή την σκευωρία την έπλεξαν η ιμάμαινα κι’ ο ιμάμης, που είχαν βαλθεί να τον τουρκέψουν, για να τον κάνουν γαμπρό κι’ εβεβαίωσε τον απεσταλμένον του Πατριάρχη ότι θα υπόμενε κάθε μαρτύριο, όσο σκληρό κι’ αν θα ήταν και θ’ απέθνησκε ηρωικά προς δόξαν του Χριστού!
Ήταν Μεγάλη Πέμπτη. Όλος ο Χριστιανικός Κόσμος της Πόλης πήγαινε στες εκκλησιές για ν’ ακούσει τα πάθη του Χριστού. Ο Γιαννάκης πάθαινε τα πάνδεινα στη φυλακή για την αγάπη του Χριστού: δαρμούς, σουβλιά στα νύχια των χεριών και των ποδιών του και δαγκάματα των κρεάτων του με τανάλια. Κι’ όμως απαντούσε στους τυράννους του τούρκικα:
- Μπεν χριστιάν ντογντούμ, βε χριστιάν ολετζιέηλε!
Την άλλη μέρα, άγια και Μεγάλη Παρασκευή, ήρθαν στην φυλακή ο ιμάμης με την γυναίκα του και με την θυγατέρα τους την Ζουλέϊκά και παρακαλούσαν με αληθινά δάκρυα τον Γιαννάκη ν’ αρνηθεί την πίστη του Χριστού και να γίνει Τούρκος, να γλυτώσει την ζωή του και ν’ απόλαψη όλα τ’ αγαθά του Κόσμου, δόξες και τιμές αλλ’ ο Γιαννάκης τους απαντούσε με ιερόν θυμόν κι’ ιερήν αγανάκτηση:
- Η πίστη του Χριστού μου είναι η αληθινή, η δική σας είναι ψεύτικη και πεθαίνω ευχαρίστως για τον Χριστό, που πέθανε σαν σήμερα απάνω στον Σταυρό για την σωτηρία του Κόσμου.
Έφυγαν βαρύθυμοι ο ιμάμης με την γυναίκα του και με την κόρη του και πήγαν και παρακάλεσαν τον κατή ν’ αναβάλει την εκτέλεση της θανατικής ποινής του Γιαννάκη για οχτώ μέρες και να διάταξη να μην τον τυραννούν ως εκείνην την ημέρα, με την ελπίδα ότι ενδέχονταν ν’ αλλάξει γνώμη και να γένονταν Τούρκος. Τον αγαπούσαν και τον συμπονούσαν αληθινά, αν κι’ αυτοί ήταν οι αίτιοι των βασάνων του και του επικείμενου θανάτου του. Και ποιος πατέρας και ποια μάννα δεν θα ήθελαν να κάνουν γαμπρό στην μοναχοθυγατέρα τους έναν επίγειον άγγελον, σαν τον Γιαννάκη;
Την ημέρα του Μεγάλου Πάσχα τώστειλε ο Πατριάρχης μ’ έναν διάκο του δέκα κόκκινα αυγά, μια πλάτη ψημένου αρνιού και τρεις προσφορές της πατριαρχικής λειτουργίας μαζί με μήνυμα να μείνει ακλόνητος στην πίστην του Χριστού, πράγμα πολύ τολμηρό σ’ εκείνον τον καιρό που βασίλευε στες δυο Ήπειρες και στες δυο θάλασσες ο Σουλτάν Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, ο μεγαλύτερος Σουλτάνος της Τουρκίας, πούχε εκτείνει τες κατάκτησες του, από την μια μεριά προς την Δύση ως την Βιέννη κι’ από την άλλη, προς την Ανατολή, ως το κέντρο της Περσίας. Αληθινά πολύ τολμηρό σ’ εκείνους τους μαύρους καιρούς για το ελληνικόν Έθνος που δεν άξιζε πλειότερο από ένα κρομμύδι το κεφάλι ενός χριστιανού ραγιά.
Μόλις έλαβε τα πατριαρχικά δώρα ο Γιαννάκης, έκανε τρεις φορές τον σταυρό του κι’ άρχισε να ψάλλει το «Χριστός ανέστη». Τόψαλλε με τέτοια ψυχική διάθεση κι’ ευχαρίστηση, που έκανε τους δήμιους του να εκπλαγούν για την αγγελική του φωνή και μην εννοώντας την γλώσσα μας, να τον παρακαλούν να το λέγει όσες φορές ήθελε την ημέρα και την νύχτα, γιατί δεν ήξεραν ότι εκείνο που νόμιζαν αυτοί ωραίο τραγούδι ήταν το πρώτο και το μεγάλο σάλπισμα της ανάστασης του Χριστού και της σωτηρίας του ανθρώπινου Γένους!
Ο Πατριάρχης Ιερεμίας, για να σώσει τον πατριώτη του τον Γιαννάκη, πήγε ως τον Μέγαν Βεζύρην Ιμπραχήμ-πασιάν, Παργηνόν εξωμότην, ευνοούμενον και δεξί χέρι του Σουλτάνου Σουλεϊμάν αλλ’ ήταν φευγάτος εκείνες τες ημέρες για την Ουγγαρία και την Αυστρία. Αυτός, αν και εξωμότης βοηθούσε πάντα τους Χριστιανούς όταν μπορούσε να το κάνη, χωρίς να εκτεθεί στα μάτια των Τούρκων. Μ’ αυτά δεν είχεν απομείνει άλλο για τον καϋμένον το Γιαννάκη, παρά το μαρτυρικό στεφάνι που θα φορούσε την Παρασκευή της Πασκαλιάς.
Ξημέρωσε κι’ η Παρασκευή της Πασκαλιάς!
Ο Γιαννάκης ετοιμάστηκε για να υποστεί την θανατική του καταδίκη, μην θέλοντας ν’ αρνηθεί τον Χριστόν του, με όσες δελεαστικές προτάσες τώστελναν στην φυλακή ο ιμάμης κι’ η ιμάμαινα κάθε μέρα. Την ορισμένη ώρα παρουσιάστηκαν εκεί, ο κατής, ο ιμάμης με την ιμάμαινα, οι δυο Τούρκοι μάρτυρες κι’ ένας παπάς των Πατριαρχείων με την θείαν κοινωνίαν για να μεταλάβει τον μελλοθάνατον μάρτυρα, αν θάμενε ως την τελευταία στιγμή σταθερός στην πίστη του Χριστού.
Στες φυλακές εκείνην την ιερήν στιγμήν επάλευαν ο Χριστιανισμός με τον Μωαμεθανισμόν, ο Ελληνισμός με τον Τουρκισμόν, η Εκκλησιά με το Τζιαμί, η Αδυναμία με την ισχυρή Βία, και το Φως της Ελευθερίας με το Σκότος της Δουλείας και της βαρβαρότητας !…
Ο κατής ερώτησε τον κατάδικον Γιαννάκην:
- Εξακολουθάς ν’ αρνιέσαι τον αληθινόν Προφήτην του Θεού Μωαμέτην;
Κι’ ο Γιαννάκης απάντησε θαρραλέος:
- Πιστεύω εις ένα Θεόν Πατέρα, τον υιόν του Ιησούν Χριστόν και το Άγιον Πνεύμα και σε κανέναν άλλον!
Ύστερα ο κατής στρεφόμενος προς τους δυο Τούρκους μαρτύρους, τους ερώτησε:
- Τον είδατε εσείς, με τα μάτια σας τον κατηγορούμενον, να βγαίνει απ’ αυτόν τον οντάν με την θυγατέρα του ιμάμη Ζουλέϊκαν, χωρίς να φοράει τον φερετζιέ της;
Κι’ οι μάρτυρες αποκρίθηκαν:
- Βαλλαχή! Μπιλιαχή! Τον είδαμε να βγαίνει από τον οντά, μαζί με την θυγατέρα του ιμάμη, χωρίς τον φερετζιέ της.
Τότε ο κατής είπε στον παπά του Πατριαρχείου, που περίμενε με το αρτοφόρι:
- Είναι δικός σας και κάνετε ό,τι ορίζει η ψευτοθρησκεία σας.
Ο παπάς πρόσφερε στον μελλοθάνατον κατάδικο την θείαν κοινωνίαν, σάρκα κι’ αίμα του Χριστού κι’ έψαλε κλαίοντας το «Μετά πνευμάτων δικαίων την ψυχήν του δούλου σου του Ιωάννου, Σώτερ, ανάπαυσον …»
Ο κατής έγραψε σ’ ένα κομμάτι χαρτί τον τυπικόν γιαφτά και τον κρέμασε στον λαιμό του Γιαννάκη. Ο γιαφτάς έλεγε: «Επειδή ο Γιαννιώτης Γιαννάκης αρνήθηκε ν’ αναγνώριση τον αποσταλμένον του αληθινού Θεού πεϊγαμπέρ Μωαμέτη, καταδικάζεται να καεί ζωντανός. Έτσι τιμωρούνται όσοι αρνιούνται την αληθινήν πίστην του θεού και του προφήτη του Μωαμέτη».
Στην αυλή της φυλακής είχεν αναφτεί μια μεγάλη φωτιά. …
Έφεραν εκεί οι δήμιοι τον αγιασμένον νεομάρτυρα Γιαννάκη της συνοικίας του Πλιθοκοποιού του Γιαννίνου και τον έρριξαν απάνω στες φλόγες, ενώ αυτός έψαλε χαρούμενος:
- «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω, θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».
Ο παπάς γύρισε στο Πατριαρχείο περίχαρος για τον θρίαμβο και την νίκη της Χριστιανικής θρησκείας, κι’ ο κατής με τον ιμάμη, την ιμάμαινα και τους δυο μαρτύρους έφυγαν κατησχημένοι.
Μαθόντας ο Ζιτσιώτης Πατριάρχης Ιερεμίας το μαρτύριο του συμπατριώτη του Γιαννάκη, εθαύμασε την σταθερή του πίστη προς τον Χριστόν κι’ η Μεγάλη Εκκλησία τον εκήρυξε άγιο και τον γιορτάζει στες 18 Απριλίου.
______________________
 Aπό το βιβλίο του Χρήστου Χρηστοβασίλη: «Γιαννιώτικα διηγήματα», των εκδόσεων Ροές.
______________________________________

 Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Γόνος κάλλιστος, Ἰωαννίνων, κλέος ἔνθεον, τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεδείχθης Ἰωάννη πανεύφημε, τῶν γὰρ Μαρτύρων ζηλώσας τὴν ἄθλησιν, διὰ πυρὸς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος γ´. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὡς τερπνόν σε φοίνικα, Ἰωαννίνων ἡ πόλις, εὐκλεῶς βλαστήσασα, κατατρυφᾷ τῆς σῆς δόξης, πόθῳ γάρ, τῷ τοῦ Δεσπότου λαμπρῶς ἀθλήσας, τέθυσαι, ὡς ὁλοκάρπωμα τῇ Τριάδι· διὰ τοῦτο Ἰωάννη, θαυμάτων βρύεις χάριν ἀέναον.

Κάθισμα
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν ἄνωθεν δύναμιν, ἐνδεδυμένος καλῶς, ποινῶν κατεφρόνησας καὶ ἀπειλῶν καὶ φρουράς, ἀνδρείῳ φρονήματι, ὅθεν καὶ ὡς ἐπέβης, τῷ πυρὶ γηθοσύνως, ἔφλεξας τὴν ἀπάτην, τῷ πυρὶ τῶν σῶν πόνων, διὸ σὲ Ἰωάννη, Χριστὸς ἐθαυμάστωσε.

Ὁ Οἶκος
Κλήσει σαφῶς ἀκολουθῶν, χάριτος ὤφθης σκεῦος, τρόποις καὶ ἤθεσι σεμνοῖς, καὶ καθαρότητι ζωῆς, κλεινὲ κεκοσμημένος· καὶ τῇ θείᾶ χαριτωθεὶς ἀγάπῃ, τὸ αἷμά σου ὑπὲρ Χριστοῦ, προείλου ὅλῃ τῇ ψυχῇ, ἐκχέαι Ἰωάννη· ἔνθεν μαρτυρικῷ ἀναφλεχθεὶς ζήλῳ, πρὸς μαρτυρίου ἀπεδύσω ἀγῶνας, νεότητος ἄνθος, καὶ κόσμου ἡδέα ὑπεριδὼν ὡς φθειρόμενα καὶ Χριστὸν ὁμολογήσας, ᾔσχυνας τῆς πλάνης τὴν ὀφρύν, καὶ πλείστοις προσωμίλησας βασάνοις, ἀπεριτρέπτῳ φρονήματι· καὶ ἐν πυρᾷ ὡμοτάτως ῥιφθείς, καὶ ἐν αὐτῇ τὸν αὐχένα τμηθείς, ὡς θῦμα εὐπρόσδεκτον, καὶ προσφορὰ τελειότατη, καὶ θυμίαμα εὔοσμον τῷ Χριστῷ προσηνέχθης· παρ’ οὗ λαμπρῶς δοξασθείς, θαυμάτων βρύεις χάριν ἀέναον.

Μεγαλυνάριον
Ἄνθος εὐωδέστατον καὶ τερπνόν, τῶν Ἰωαννίνων ἀνεδείχθης Μάρτυς Χριστοῦ, καὶ λαμπρῶς ἀθλήσας, εὐφραίνεις Ἰωάννη, χαρίτων εὐωδίᾳ, πιστῶν τὸ πλήρωμα.

Αφιέρωμα στη ΝΕΤ για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Ηπείρου


100 χρόνια ελεύθερη Ήπειρος

Στη Μηχανή του Χρόνου με τον Χρίστο Βασιλόπουλο. 
Έκτακτη δίωρη επετειακή εκπομπή.
Πέμπτη 11 Απριλίου 2013 - απόγευμα: 16.00-18.00, στη ΝΕΤ.


Με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την απελευθέρωση της Ηπείρου, η «Μηχανή του Χρόνου» παρουσιάζει σε δύο εκπομπές- ντοκιμαντέρ για τις θρυλικές μάχες των οχυρών του Μπιζανίου που ολοκλήρωσαν το διπλασιασμό των συνόρων της Ελλάδας κατά τον Α΄ βαλκανικό πόλεμο.
Τα γυρίσματα της εκπομπής, που κράτησαν πολλούς μήνες, έγιναν στα πεδία των μαχών, ενώ για τις ανάγκες της ιστορικής αφήγησης έγιναν αναπαραστάσεις με την συμμετοχή μεγάλου αριθμού πολιτών και στρατιωτικών.
Δείτε το Τρέιλερ της εκπομπής:


Α΄ μέρος: ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΩΝ ΕΘΕΛΟΝΤΩΝ
Β΄ μέρος: O ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ ΚΑΙ Η ΤΕΛΙΚΗ ΜΑΧΗ

Με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την απελευθέρωση της Ηπείρου, η «Μηχανή του Χρόνου» παρουσιάζει σε δύο εκπομπές- ντοκιμαντέρ για τις θρυλικές μάχες των οχυρών του Μπιζανίου που ολοκλήρωσαν το διπλασιασμό των συνόρων της Ελλάδας κατά τον Α΄ βαλκανικό πόλεμο.




 Στο πρώτο μέρος η έρευνα επικεντρώνεται σε μια άγνωστη σελίδα των Βαλκανικών πολέμων: στο έπος των εθελοντών μαχητών, που συνέρρευσαν από την πρώτη στιγμή στα στρατολογικά γραφεία για να πολεμήσουν στην πρώτη γραμμή. Βουλευτές άφησαν τα έδρανα της βουλής και ντύθηκαν στο χακί, μαζί με γιους αλλά και κόρες πρωθυπουργών, ολυμπιονίκες, δημάρχους και κυρίες της αριστοκρατίας των Αθηνών. Ακόμα και μετανάστες στην Αμερική πούλησαν όσο-όσο τις επιχειρήσεις τους και έκαναν το υπερπόντιο ταξίδι για να πολεμήσουν. Ξεχωριστή σελίδα αποτελεί η άγνωστη ιστορία του τάγματος των Γαριβαλδινών από την Ιταλία, οι «διεθνείς ταξιαρχίες της Ελλάδας», που συντάχτηκαν με αυταπάρνηση στο αγώνα των Ελλήνων και πολλοί από αυτούς άφησαν την τελευταία τους πνοή στα πανίσχυρα οχυρά του Μπιζανίου, οργανωμένα αριστοτεχνικά από γερμανούς επιτελικούς.



Εμβληματικός ήταν ο θάνατος του ποιητή και βουλευτή Λορέντζου Μαβίλη, που ξεψύχησε στις παρυφές των Ιωαννίνων με τα λόγια: «δεν περίμενα τέτοια τιμή, να δώσω τη ζωή μου για την Ελλάδα».
Το δεύτερο μέρος μέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό, φωτογραφίες και απόρρητα έγγραφα που προβάλλονται για πρώτη φορά, ρίχνει φως στην πεντάμηνη πολιορκία που προηγήθηκε της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων. Οι καιρικές συνθήκες και τα παρασκηνιακά διπλωματικά παιχνίδια έφτασαν τον ελληνικό στρατό στα όριά του, ενώ παράλληλα, στην πολιορκημένη πόλη που υπέφερε από την πείνα, διαδραματιζόταν ένας άλλος πόλεμος, υπόγειος και εξίσου επικίνδυνος: ο πόλεμος των κατασκόπων. Άνδρες και γυναίκες όλων των τάξεων, αγνόησαν τις αγχόνες των τούρκων και στρατολογήθηκαν στο κατασκοπευτικό δίκτυο. Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει η προσφορά του Νικολάκη εφέντη, ομογενή αξιωματικού από τη Μικρά Ασία, που υπηρετούσε σε ανώτερα κλιμάκια του τουρκικού στρατού και πλήρωσε τις πληροφορίες που έδωσε με τη ζωή του.



Στην τελική επίθεση δεν υπήρξε κανείς που να μην προσέφερε: οι γυναίκες της ηπείρου ανέβασαν κανόνια στις απόκρημνες κορυφές των βουνών, οι κατάσκοποι διέσπειραν ψευδείς πληροφορίες για το παράτολμο σχέδιο των Ελλήνων επιτελικών και οι εύζωνες με τη γενναιότητά τους κατάφεραν να φέρουν ξανά τη γαλανόλευκη στους ιστούς της ιστορικής πόλης.
Τα γυρίσματα της εκπομπής, που κράτησαν πολλούς μήνες, έγιναν στα πεδία των μαχών, ενώ για τις ανάγκες της ιστορικής αφήγησης έγιναν αναπαραστάσεις με την συμμετοχή μεγάλου αριθμού πολιτών και στρατιωτικών.

 

Στην εκπομπή περιγράφουν γνωστά και άγνωστα γεγονότα του αγώνα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων οι ιστορικοί Βασίλης Αναστασόπουλος, Ιωάννης Παπαφλωράτος, Μαίρη Κωστή, Λίνα Δημητρίου, Κώστας Σταματόπουλος, ο ιστορικός του Μουσείου Μπενάκη Τάσος Σακελλαροπουλος, ο Διευθυντής του ιδρύματος Ελ. Βενιζέλος Νίκος Παπαδάκης, οι πανεπιστημιακοί Γεώργιος Καψάλης, Ιωάννης Σταυρουλάκης, ο αντιστράτηγος ε.α. Σταύρος Δερματάς, ο αντιστράτηγος ε.α. Παναγιώτης Ζάρας, ο αντισυνταγματάρχης Ανάργυρος Καταραχιάς, ο πρόεδρος Εταιρίας Ηπειρωτικών Μελετών Κώστας Βλάχος, ο πρώην δήμαρχος Ιωαννίνων Αναστάσιος Παπασταύρος, ο δημοσιογράφος Παναγιώτης Τζόκας, ο Γ.Γ. Εταιρίας Λογοτεχνών και Συγγραφεων Ηπείρου Αλέξανδρος Φαρμάκης, ο αντιπρόεδρος της Εθνολογικής Εταιρίας Νίκος Ρωκ Μελάς, ο απόγονος της οικογένειας Τσικλητήρα Ηρακλής Τσικλητήρας, ο εκπαιδευτικός Μιχάλης Δάλλας και ο συλλέκτης Πάνος Τσιλίκης.

100 χρόνια Ελεύθερη Ηπειρος. Έκτακτο δίωρο αφιέρωμα.
Στη Μηχανή του Χρόνου με τον Χρίστο Βασιλόπουλο.
Πέμπτη, 11 Απριλίου στις 16.00-18.00 από τη ΝΕΤ. 

Η ιστορία των Ιωαννίνων σε τρεις ομιλίες!



Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, ο Δήμος Ιωαννιτών και το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών διοργανώνουν κύκλο ομιλιών, στην αίθουσα αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας:

• Δευτέρα 8 Απριλίου 2013
Βαρβάρα Παπαδοπούλου, Προϊσταμένη 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, με θέμα:
 «Περί Ιωαννίνων: Νεότερα στοιχεία για τις απαρχές της πόλης» 


• Δευτέρα 15 Απριλίου 2013
Μαρία Παππά, Αρχειονόμος - Ιστορικός Δήμου Ιωαννιτών, με θέμα:
 «Η πόλη των Ιωαννίνων μέσα από τα δημοσιεύματα των εφημερίδων της εποχής στο λυκαυγές της απελευθέρωσης»


• Τετάρτη 24 Απριλίου 2013
Γιώργος Σμύρης, Επίκουρος Καθηγητής Παν/μίου Ιωαννίνων ΠΤΕΤ, με θέμα:
 «Ο χώρος της Αρχαίας Δωδώνης: 1913-2013. Ιδεολογικές συνιστώσες στην αποκατάσταση των μνημείων»


Ώρα έναρξης: 7 μ.μ. Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.


Στην έκθεση του γλύπτη Θ. Παπαγιάννη με θέμα «το ψωμί»




Σήμερα το σχολείο μας επισκέφτηκε την έκθεση του γλύπτη Θεόδωρου Παπαγιάννη στο Σουφαρί Σεράι, στο κάστρο των Ιωαννίνων, που έχει ως βασικό θέμα «το ψωμί» και πραγματοποιείται στα πλαίσια του εορτασμού των 100 χρόνων από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.
Στην έκθεση μάς ξενάγησε ο ίδιος ο δημιουργός ενώ είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε μαζί του τον τρόπο, τις μεθόδους και τα υλικά που χρησιμοποιεί στα έργα του.




Το 2013 που γιορτάζουμε τα 100 χρόνια από την Απελευθέρωση τόσο των Ιωαννίνων όσο και της Θεσσαλονίκης, κλήθηκα να συμμετάσχω κι εγώ στον εορτασμό με δύο εκθέσεις, μία στα Γιάννενα στο χώρο των αρχείων του κράτους Σουφαρί Σεράι, χώρο υποβλητικό και μια στη Θεσσαλονίκη στο Τελλόγλειο.
Οι εκθέσεις αυτές είναι συνέχεια των μεγάλων εκθέσεων που έγιναν στην Αθήνα το 2012 στο Μουσείο Μπενάκη και στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.
Δύο εκθέσεις στις οποίες παρουσιάστηκε δουλειά 20 σχεδόν χρόνων που με σημάδεψαν. Αφετηρία ήταν τα κάψιμο του Πολυτεχνείου. Οι εκθέσεις αυτές συνέπεσαν με τη βαθιά οικονομική και όχι μόνο κρίση που μαστίζει τη χώρα μας.
        


Η πρώτη είχε τίτλο «ο χορός»… μα αν ήθελα να βάλω τον πλήρη τίτλο θα έλεγα «ο χορός της σύγχρονης ελληνικής τραγωδίας». Γιατί ο χορός αυτός που τον αποτελούσαν 35 υπερφυσικές τοτεμικές μορφές σε σχήμα χορού ήταν καμωμένες από τα αποκαΐδια του Πολυτεχνείου. Και τι άλλο από τραγωδία είναι το κάψιμο ενός Πνευματικού ιδρύματος τέτοιας σημασίας, ένα από τα σπουδαιότερα νεοκλασικά κτίρια με ιστορία, άντρο της γνώσης και έργο των Ηπειρωτών Εθνικών Ευεργετών; Έζησα εκεί περισσότερα από 45 χρόνια σαν σπουδαστής και δάσκαλος, δεν θα
μπορούσα να μείνω αδιάφορος μπροστά σε ένα τέτοιο γεγονός. Τα έργα αυτά με τα σημάδια της καταστροφής επάνω τους ήταν η δική μου αντίδραση στη βαρβαρότητα που ζούμε.
        
Η έκθεση στο Βυζαντινό Μουσείο είχε θέμα το ψωμί. 

Το ψωμί με τον όποιο συμβολισμό και με ότι σηματοδοτεί η λέξη στην παγκόσμια ιστορία και τον αγώνα του ανθρώπου να το αποκτήσει. Ουσιαστικά η μεγάλη πορεία από 1300 κεραμικές ανθρώπινες φιγούρες που καταλήγουν στο ψωμί δεν είναι τίποτα άλλο από τη βασανισμένη πορεία της ανθρωπότητας για την επιβίωση, ένα πρόβλημα καθαρά υπαρξιακό. Και δες τι σύμπτωση καθώς βαδίζαμε … αμέριμνοι κι επαναπαυμένοι σε μια ψεύτικη ευημερία ήρθε η ώρα να πούμε πάλι το ψωμί ψωμάκι. Ποιος φταίει γι’ αυτή την κατάσταση ας μην το αναλύσουμε. 20 χρόνια ετοίμαζα αυτή τη δουλειά ζώντας έναν αδιόρατο φόβο πως το κακό δεν θα αργήσει. Μάγος δεν είμαι αλλά ούτε καμιά μαντική ικανότητα χρειαζόταν κανείς αν έβλεπε τα σημάδια. Τώρα θα μάθουμε αδερφέ μου, όπως λέει
και ο ποιητής, να κουβεντιάζουμε ήρεμα, ήσυχα κι απλά ή για μια φορά ακόμα θα φαγωθούμε μεταξύ μας. Θα μάθουμε άρα από τα λάθη μας ή θα οδηγηθούμε πάλι σε λάθος συμπεράσματα; Θα κάνουμε κάτι περισσότερο ώστε ο έρμος αυτός τόπος να ορθοποδήσει ή θα τον βουλιάξουμε τελειωτικά; Αυτή είναι η αγωνία μου.
        
Τα 100 χρόνια Απελευθέρωσης, είναι γεγονός πως δεν μας βρίσκουν και στα καλύτερά μας και ο Θεός ας βάλει το χέρι του.

Θεόδωρος Παπαγιάννης
Αθήνα 10/1/2013


 ΤΟ ΨΩΜΙ
    Το ψωμί και η ιερότητα του είναι ένα θέμα που με απασχολεί τα τελευταία χρόνια. Εκλαμβάνω το ψωμί σαν βασική έννοια της ζωής του ανθρώπου με τη διαχρονική του σημασία και με ό,τι σημαίνει για τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων, που καθημερινά αγωνίζονται να το αποκτήσουν.

    "Η αρχή του σύμπαντος είναι το ψωμί", θα πει ο Διαγόρας, που μαζί με το κρασί, "επιτρέπει στον άνθρωπο να γίνει πολιτισμένος", θα διαβάσουμε στο έπος του Γκιλγκαμές, μια από τις αρχαιότερες μαρτυρίες του μεσογειακού πολιτισμού. Τον άρτο και τον οίνο, η χριστιανική θρησκεία μετέτρεψε αργότερα σε σώμα και αίμα του Χριστού.

    Η χαρακτηριστική ρήση "τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον" από τη μια και ένα στάχυ από την άλλη, γίνονται δύο όψεις ενός πολύτιμου ορειχάλκινου μεταλλείου, που διαπερνά και στολίζει τα έργα μου.

    Η ιερότητα του ψωμιού υποδηλώνεται με το μαύρο στολισμένο πανί, που στρώνεται στο έδαφος και τον χορό των μορφών που αναπτύσσεται τριγύρω, συμβολίζοντας θεότητες ή υπερφυσικές προστατευτικές δυνάμεις, αλλά και ξόρκια ή και σκιάχτρα που συχνά στήνονται στα χωράφια, για να προστατέψουν τη σοδειά.

    Για κάποιους από μας, που γεννηθήκαμε στις αρχές της δεκαετίας του '40, μέσα στην πείνα το ψωμί έχει προσλάβει ιερό χαρακτήρα. Είναι συνυφασμένο με την επιβίωση μας. Μικροί, θυμάμαι, ορκιζόμασταν στο ψωμί. "Μα το ψωμάκι", λέγαμε και κάναμε το σταυρό μας, για να μας πιστέψει ο άλλος κι ήταν αυτός ο μεγαλύτερός μας όρκος.
Κι όταν ένα κομματάκι περίσσευε ή μας έπεφτε στο χώμα, το παίρναμε, το φιλούσαμε και το βάζαμε σε μια τρυπούλα του τοίχου, μην τύχει και πατηθεί, κι ήταν αυτό μεγάλη αμαρτία.

    Έτσι δίδασκε η γιαγιά και η μάνα, γιατί είχαν κι αυτές πολύ πεινάσει στη ζωή τους. Το ψωμί, έτσι κι αλλιώς, έβγαινε δύσκολα εκείνες τις εποχές και με πολύ αγώνα. Το φάσμα της πείνας ήταν αυτό που τρόμαζε περισσότερο.
Από τότε κύλησαν χρόνοι πολλοί. Χορτάσαμε το ψωμί, κι αρχίσαμε τις δίαιτες!... Άντε τώρα να πιστέψεις τους πεινασμένους...Τι κι αν αυτοί συχνά πυκνά κάνουν την εμφάνιση τους μπουλούκια στις οθόνες μας και μας κοιτούν μ' αγριεμένα μάτια από την πείνα, εμείς κάνουμε ζάπινγκ και αλλάζουμε κανάλι. Οι λαμπεροί σταρ, η γκλαμουριά, καθώς λένε, όλ' αυτά τα φανταχτερά φυτά και οι γλάστρες δίπλα τους που χαριεντίζονται, είναι ανώδυνο θέαμα, χωνεύεται
καλύτερα...

    Πώς ν' αντιμετωπίσεις άλλωστε τα πεινασμένα μάτια;

Θ. Παπαγιάννης

"Γράμματα από το μέτωπο 1912 - '13" και "Γκρίχου" από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ιωαννίνων


Η Πειραματική Σκηνή του ΔΗΠΕΘΙ για δυο μόνο παραστάσεις, την Πέμπτη 28 και την Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013, με ώρα έναρξης 8.30’ το βράδυ, στο Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ηπείρου (πρώην «σουφαρί –σεράι»).  
Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.
_________________________________________________

Η δεύτερη φετινή του θεατρική παραγωγή έρχεται από την Πειραματική Σκηνή του Θεάτρου και παρουσιάζει μια ιδιαίτερα πρωτότυπη παράσταση, μια παραγωγή αφιέρωμα – συμμετοχή του ΔΗΠΕΘΕ στα εκατοστά «Ελευθέρια» της πόλης..
Πρόκειται για μια εκδήλωση όπου συμπρωταγωνιστούν τα γλυπτά-φαντάσματα του Θόδωρου Παπαγιάννη και τα ηπειρώτικα ακούσματα του Κώστα Βέρδη, της Μαριάννας Τζήμα και της παρέας τους.
Θα δοθούν δυο παραστάσεις την Πέμπτη 28 και την Παρασκευή 29 Μαρτίου, ώρα 8.30 μ.μ., στο Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ηπείρου (πρώην σουφαρί – σεράι) με ελεύθερη για το κοινό είσοδο. Ως συνδιοργανωτές παρουσίασης των παραστάσεων συμμετέχουν εκτός από το ΔΗΠΕΘΕ το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών και το Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ηπείρου.
Συντελεστές της παράστασης είναι:
- Καλλιτεχνική επιμέλεια και συντονισμός: Δημήτρης Πετρόπουλος,
- Μουσική: Κώστας Βέρδης,
- Φωνητικά: Μαριάννα Τζήμα,
- Φωτισμοί: Δημήτρης Πετρόπουλος, Βαγγέλης Νέτης
Το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων ευχαριστεί θερμά όλους όσους ανιδιοτελώς βοήθησαν στην οργάνωση και την υλοποίηση της θεατρικής αυτής παραγωγής και ιδιαίτερα τους/τις κ.κ.: Δημήτρη Πετρόπουλο, Θόδωρο Παπαγιάννη, Δημοσθένη Παπαμάρκο, Μάρθα Παπαδοπούλου και το Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ηπείρου, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών, Μαριάννα Τζήμα, τους χορηγούς επικοινωνίας, καθώς και το «mostra graphic arts» που βοήθησε στη φωτογραφική σύνθεση της αφίσας.

H παράσταση περιλαμβάνει δύο μέρη.
Στο πρώτο μέρος της θα παρουσιαστούν τα «Γράμματα από το μέτωπο 1912-13».
Πρόκειται για συγκλονιστικές μαρτυρίες, από τους αληθινούς πρωταγωνιστές του πολέμου, τις οποίες αφηγείται ο Μιχάλης Μπίζιος με τη συνοδεία μαθητών του 1ου Πειραματικού Δημοτικού Σχολείου Ιωαννίνων.

«Αλλ΄εκείνο το οποίον συνεκλόνισε σύρριζα την ψυχήν μου και εκύλισεν άφθονα τα δάκρυα ήτο η αδύνατη αλλά διαπεραστική φωνή ενδεκαετούς παιδιού ζητωκραυγάζοντος υπέρ του Ελληνισμού. Ακόμη αντηχεί εις την ακοήν μου το ηχηρόν εκείνο κύμα της παιδικής ζητωκραυγής. Επροχωρήσαμεν προς το χωρίον, τα Πεστά, αλλ΄εκρατούσα σφικτά από το χέρι το Ηπειρωτάκι εκείνο, το οποίον μέσα εις την πλημμύραν εκείνην των συγκινήσεων πόσα και πόσα δεν εσυμβόλιζε εις την φαντασίαν μου. Όταν τα όνειρα ενσαρκούνται εις την απτήν πραγματικότητα προ του μεγάλου εσωτερικού σεισμού μετατοπίζεται καθαυτό η ψυχή» καταθέτει ο Κύπριος εθελοντής Γιάγκος Τορναρίτης, πολεμιστής στο μέτωπο Ηπείρου εκείνον το χειμώνα του 1912-13.

Στο Δεύτερο μέρος της παράστασης και σε πρώτη πανελλήνια θεατρική παρουσίαση, θα παρουσιαστεί το έργο του Δημοσθένη Παπαμάρκου «Γκρίχου» από τον Δημήτρη Πετρόπουλο. Γκρίχου θα πει… ύψωσε το ανάστημά σου, αναστήσου, εξεγέρσου.
Ανάστηθι, Κύριε, εν οργή σου,
Υψώθητι εν τοις πέρασι των εχθρών σου.
Εξεγέρθητι, Κύριε ο Θεός μου, εν προστάγματι, ω ενετείλω
(Ψαλμοί Δαυίδ, Ζ΄,7)

«Η γραφή του 28χρονου Παπαμάρκου ρέει με άνεση που σπάνια συναντά κανείς σε συγγραφείς της ηλικίας του, είναι απελευθερωμένη από κάθε είδους φτιασίδωμα, είναι άμεση και σκληρή» σχολιάζει ο blogger «Don’t ever read me».

«Βάλε να φάω, βάλε να πιω, κι έτσι ν’ αναθυμήσω
πώς κάμουνε οι βλάμηδες κι οι ξυπνητοί άνθρωπου.
Γιατί αδελφός του ξάπλωσα, μ’ αναγυρίζω ίσκιος».

Ένα σχόλιο από τον Δημήτρη Πετρόπουλο:
«Αυτός ο λαός δεν προσκυνάει κανέναν παρά μόνο τους νεκρούς του» λέει ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος. «Ουκ είθισται τοις Έλλησι προσκυνέειν».

Εμείς ήρθαμε εδώ για ν’ ανταμώσουμε με τους νεκρούς μας. Χωρίς φόβο. Χωρίς μελαγχολία. Ν΄ ακούσουμε τι έχουν να μας πουν, να πούμε τα δικά μας, να θυμηθούμε τα παλιά, να οργανώσουμε το μέλλον. Χωρίς τη μνήμη, αύριο δεν υπάρχει. Ούτε αλήθεια. Μονάχα ερημιά. Απέραντη.

Στο εικαστικό περιβάλλον του Ηπειρώτη γλύπτη Θόδωρου Παπαγιάννη, παρέα με «τα φαντάσματά του» όπως τα αποκαλεί ό ίδιος, που προκαλούν συγκινησιακές δονήσεις ισχυρές, ενσωματώνουμε τα Ηπειρώτικα ακούσματα του Κώστα Βέρδη, της Μαριάννας Τζήμα και της παρέας τους, τη δύναμη του λόγου του Δημοσθένη Παπαμάρκου και το δροσάτο προανάκρουσμα του μέλλοντος από το στόμα μαθητών του 1ου Πειραματικού Δημοτικού σχολείου Ιωαννίνων, για να αναβιώσουμε ένα αντάμωμα με τους νεκρούς μας. Αντάμωμα ψυχών. Λυτρωτικό. Αντάμωμα αφιερωμένο στη μνήμη του άγνωστου στρατιώτη και στη μάνα μου. Το χωριό της, τα Πεστά, ήταν ο τελευταίος ελληνικός προμαχώνας πριν από το Μπιζάνι («Στα Πεστά και στο Μπιζάνι, μάνα μου, τι κρύο κάνει»).

Η Πειραματική Σκηνή του ΔΗΠΕΘΙ για δυο μόνο παραστάσεις, την Πέμπτη 28 και την Παρασκευή 29 Μαρτίου με ώρα έναρξης 8.30’ το βράδυ, στο Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ηπείρου (πρώην «σουφαρί –σεράι»). Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη. Χορηγοί επικοινωνίας: Δημοτικό Ραδιόφωνο, ΕΡΑ ραδιοφωνικός σταθμός Ιωαννίνων. Μια ακόμη θεατρική παραγωγή με τη σφραγίδα του ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, 98η στη σειρά από την αρχή της λειτουργίας του Θεάτρου.

Πηγή: epirusinfo.com

21 Φεβρουαρίου 1913 - « Τα Γιάννενα ἦταν πιὰ ἐλεύτερα! »




21η ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1913*  -  Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
[της φιλολόγου Φασούλη-Τσαμπαλᾶ Κωνσταντίνας]





«Σ’ ὅλο τὸν κόσμο ξαστεριὰ
Σ’ ὅλο τὸν κόσμο ἥλιος
Καὶ στὰ  καημένα Γιάννενα
Μαῦρο βαθὺ σκοτάδι».

  Μαῦρο βαθὺ σκοτάδι  σκέπασε τὰ Γιάννενα ἐπί πέντε  ὁλόκληρους αἰῶνες, ἀπό τις 9 Ὀκτωβρίου  τοῦ 1430, ἀπὸ τότε δηλαδὴ ποὺ ὁ Τοῦρκος  κατακτητὴς εἰσῆλθε στὴν πόλη καὶ  ἐξαπλώθηκε σ’ ὅλη τὴν περιοχή.

  Ὅμως  ἀπὸ  τὴ στιγμὴ ποὺ ἔπεσε ἡ Βυζαντινὴ  Αὐτοκρατορία, κανένας δὲν πίστεψε πὼς ὅλα ἀνῆκαν στὸ πυρωμένο ἀπὸ  τὴ βία τοῦ τυράννου παρόν. Ὅλοι νωρὶς συνειδητοποίησαν τὴ διάρκεια τῆς φυλῆς κι ἡ πίστη στὸν Θεὸ καὶ στὰ ἰδανικά, τοὺς γέννησαν τὴν ἐλπίδα πὼς «πάλι μὲ χρόνους μὲ καιροὺς πάλι δικά μας θἆναι».

  Ὁ κατακτητὴς βέβαια ἦταν σκληρὸς καὶ ἀδυσώπητος. Ἔσφαζε, τυραννοῦσε, ἅρπαζε τὰ παλληκαρόπουλα γιὰ νὰ τὰ κάνει Γενίτσαρους, ἐχθροὺς τοῦ ἔθνους καὶ τῆς πίστης. Μὰ οἱ Ἕλληνες κρατοῦσαν κι οἱ Γιαννιῶτες κρατοῦσαν. Κάποτε μάλιστα σήκωναν ἀποφασιστικὰ τὸ κεφάλι, ὅπως τὸ 1611 μὲ τὸν Διονύσιο Φιλόσοφο, γιὰ ν’ ἀποτινάξουν τὸ ζυγό, νὰ διώξουν τὸν κατακτητή. Χωρὶς ἀποτέλεσμα βέβαια. Μάλιστα οἱ κάτοικοι τότε τὸ πλήρωσαν ἀκριβά. Διώχτηκαν μέσα ἀπὸ τὸ κάστρο, ὅπου κατοικοῦσαν, καὶ πετάχτηκαν ἔξω ἀπροστάτευτοι κι ἐκτεθειμένοι στὶς ἄγριες διαθέσεις τῶν Τούρκων. Κι ὅμως δὲν λύγισαν.

  Ἄρχισαν μιᾶς ἄλλης μορφῆς ἀγώνα. Ἀγώνα τοῦ  πνεύματος. Στὰ πιὸ σκοτεινὰ χρόνια τῆς  πορείας τοῦ ἔθνους στὰ Γιάννενα καλλιεργήθηκαν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα ἀπὸ σοφοὺς διδασκάλους καὶ λειτούργησαν ἀξιόλογες σχολές, ποὺ ἀποτέλεσαν τὸ θεμέλιο γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση καὶ τὸν σημαιοφόρο γιὰ τὴν ἐθνικὴ ἐπανάσταση. Ἀναπτύχθηκε τὸ ἐμπόριο καὶ ἡ τέχνη· διασώθηκε ἡ παράδοση.

  Ἔτσι  ὁ ζυγός τῆς  δουλείας ἔγινε  ἐλαφρύτερος καὶ σιγά-σιγὰ τὰ Γιάννενα ὅσο οἱ αἰῶνες κυλοῦσαν ἔγιναν ἡ  πατρίδα ὅλων ἐκείνων ποὺ πίστευαν στὸ ὑπέρτατο ἀγαθὸ τῆς  ἐλευθερίας, τῆς  πνευματικῆς ἐλευθερίας.

  Κι  ὅταν ξημέρωσε ἡ ἀναστάσιμη ἡμέρα  τῆς 25ης Μαρτίου 1821 κι ὅλη ἡ Ἑλλαδα ξεσηκώθηκε γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ, ἀναπτερώθηκαν κι οἱ ἐλπίδες τῶν Γιαννιωτῶν. Ὅμως, ἀπομακρυσμένοι ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο ἑλληνισμὸ καὶ χωρὶς ἐνισχύσεις, ἔχοντας πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι τους τὸ φοβερὸ Ἀλή-πασὰ ὡς τὸ 1822, ὅταν ὁ σουλτανικὸς στρατὸς τὸν ἐξουδετέρωσε, τὰ Γιάννενα δὲν ἀξιώθηκαν νὰ δοῦν τὸ φῶς τῆς λευτεριᾶς.

  Τὰ  σύνορα τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους  μετὰ τὴν ἐπανάσταση σταμάτησαν στὴν Ἄρτα καὶ ἡ υπόλοιπη Ἤπειρος εξακολούθησε νὰ εἶναι τούρκικη.

  Γιὰ τὴν  Ἤπειρο ἡ μεγάλη ὥρα ἔφτασε στὶς 6 Ὀκτωβρίου 1912, ἀρχὴ τῶν βαλκανικῶν πολέμων, ὅταν στὰ ἑλληνοτουρκικὰ σύνορα τῆς Ἄρτας ἔπεσε ἡ πρώτη κανονιὰ καὶ ἀκούστηκε μὲ δωρικὴ λιτότητα ἡ διαταγὴ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς στρατιᾶς ποὺ προορίζονταν γιὰ τὴν Ἤπειρο, στρατηγοῦ Σαπουντζάκη:

  -Εἰσβάλατε διὰ τῆς γεφύρας τῆς Ἄρτης εἰς τὸ ἠπειρωτικὸν ἔδαφος.

  «Ἐμπρὸς καὶ στὰ Γιάννενα, ἀκούεται μιὰ  κραυγὴ καὶ ὅλος ὁ κόσμος ποὺ καμαρώνει  τοὺς εὐζώνους καὶ δακρύζει εἰς τὸ πέρασμά των, σείεται ἀπὸ τὴν  ἐπανάληψιν τῆς  ὡραίας καὶ συγκινητικῆς εὐχῆς…», γράφει ἱστορικὸς τῆς  ἐποχῆς.

  Ἔτσι  ἄρχισε ἐκείνη ἡ ἐποποιία τοῦ 1912-13. Πολεμοῦσε  ὁλάκερη ἡ φυλή. Τὶς τάξεις τοῦ  στρατοῦ πύκνωναν ἐθελοντικὲς ὁμάδες ἀπ’ τὸν ὑπόδουλο ἑλληνισμὸ καὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ κάθε ἄκρη τῆς γῆς. Ὅλοι πολεμοῦσαν γιὰ τ’ ἀναλλοίωτα καὶ ἀπαράγραπτα δίκαια τοῦ ἔθνους καὶ ἡ ἱερὴ τοῦ Γένους παράδοση συνεχιζόταν.

  «Ἡ  μισὴ Αἴγυπτος ἦταν σκορπισμένη στὴν Ἤπειρο», ἀναφέρει ἡ ζωγράφος- λογία  Φλωρά-Καραβία.

  Ἁπὸ τὴν  Ἀμερικὴ ἔφτασαν οἱ νέοι Ἱερολοχίτες  πού, προσκολλημένοι στὸ ἀνεξάρτητο Σύνταγμα Κρητῶν, πρόσφεραν τὸν ἑαυτό τους θυσία στὸν ἀδυσώπητο θεὸ τοῦ πολέμου γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἠπείρου.

  Καὶ πῶς  νὰ παραλείψουμε τὸν γλυκὺ καὶ εὐγενῆ κερκυραῖο ποιητὴ Λορέντζο Μαβίλη πού, ξεψυχώντας στὴ λυσσαλέα μάχη τοῦ  Δρίσκου, πρόφερε τὴν ὑπέροχη φράση: «Δὲν τὴν ἤλπιζα τέτοια τιμή, νὰ δώσω τὴ ζωή μου γιὰ τὴν Ἑλλάδα».

  Ὅσο ὅμως πρόθυμη καὶ ἂν ἦταν ἡ προσέλευση τῶν  ἐθελοντῶν ποὺ προστέθηκαν  στὶς τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἡ δύναμη τοῦ ἀντιπάλου, ὅπως πάντα ἄλλωστε στοὺς ἀγῶνες τῶν  Ἑλλήνων, ἦταν σαφώς ἀνώτερη. Καὶ ἡ ἀριθμητικὴ ὑπεροχὴ τῶν Τούρκων συμπληρωνόταν μὲ τὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα ποὺ εἶχαν ὑψώσει οἱ κατακτητὲς γύρω ἀπ’ τὰ Γιάννενα μὲ πρῶτο καὶ σημαντικότερο τὸ ἀπόρθητο ὀχυρὸ τοῦ Μπιζανίου, τοῦ ὁποίου τὰ σχέδια ἔθεσε ὁ Γερμανὸς στρατάρχης Γκὸλτς ἀπὸ τὸ 1909. Τὰ ὀχυρὰ αὐτὰ ἦταν σὲ τέτοια θέση ὥστε νὰ ἐλέγχουν ὅλα τὰ Γιάννενα ἀλλὰ καὶ τὸν δρόμο πρὸς τὴν Πρέβεζα, μοναδικὴ ἔξοδο τῶν Ἰωαννίνων πρὸς τὴ Νότια Ἑλλάδα.

  Κι  ὅσο ὁ καιρὸς περνοῦσε κι ἦταν φανερὸ πλέον πὼς ἦταν κοντὰ ἡ τελικὴ ἀναμέτρηση τῆς   ἑτοιμόρροπης ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας μὲ τοὺς ὑπόδουλους ἀκόμα  σ’ αὐτὴν βαλκανικοὺς λαοὺς τόσο καὶ ὁ κλοιὸς ἄρχισε νὰ σφίγγει  γύρω ἀπὸ τὰ Γιάννενα. Οἱ Τούρκοι  ὁλοκλήρωσαν περιμετρικὰ τὴν ὀχύρωση. Τὰ Γιάννενα ἀποκλεισμένα ἀπὸ παντοῦ. Πῶς θὰ μπορέσει νὰ εἰσχωρήσει ὁ ἑλληνικὸς στρατός;

  Στὸν κεντρικὸ δρόμο ἀπὸ Πρέβεζα γιὰ Γιάννενα ὁ στρατός μας βρίσκεται καθηλωμένος πολὺν καιρό. Χιόνια, κρύο, βροχές…

  «Στὰ  Πεστὰ καὶ στὸ Μπιζάνι, Μάνα μου τί κρύο κάνει.»

  Τὰ  ἐχθρικά λοιπὸν πυροβόλα βάλλουν ἀλύπητα καὶ τὸ Μπιζάνι παραμένει ἀπόρθητο.

  Στὶς 10 Ἰανουαρίου, ὅταν ὁ νέος ἀρχηγός  τῶν  ἐπιχειρήσεων, διάδοχος Κωνσταντῖνος ἔφτασε στὸ μέτωπο ὁ ἀγώνας πῆρε μίαν ἄλλη ἔκφραση. Ἀπ’ τὸ Χάνι τοῦ Ἐμίν-Ἀγὰ ὅπου εἶχε τὸ στρατηγεῖο του ἔστειλε μήνυμα στὸν συμμαθητή του στὴν Ἀκαδημία τοῦ Βερολίνου, Ἐσσὰτ πασᾶ, νὰ τοῦ παραδώσει τὴν πόλη.

  «Ἔχω  διαταγὴ νὰ ἀμυνθῶ ὅσο δύναμαι, καὶ θὰ ἀμυνθῶ»: ἀπήντησεν ἐκεῖνος.

  Ἔτσι  ὁ ἀγώνας συνεχίστηκε. Τὸ ἀδύνατο  τῆς  κατάληψης τοῦ Μπιζανίου ὁδηγεῖ τὸ ἐπιτελεῖο στὴν ἀπόφαση νὰ ἐπιτεθεῖ ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ τοῦ μετώπου, δηλαδὴ ἀπὸ Μανωλιάσα καὶ περιοχὴ Δωδώνης. Ἐνισχύεται τὸ δεξιὸ μὲ πυροβολικὸ γιὰ παραπλάνηση τοῦ ἐχθροῦ καὶ στὸ ἀριστερὸ μεταφέρονται νύχτα στρατεύματα.

  Ἡ κατάστρωση τοῦ σχεδίου αὐτοῦ ἀποδίδεται στὸν Ἰωάννη Μεταξὰ καὶ στὴν ἐκτέλεσή του ἀποφασιστικὴ ὑπῆρξε ἡ βοήθεια  τοῦ Νικολάκη ἐφέντη, γενναίου Ἕλληνα, ὑπασπιστῆ τοῦ Βεχήτ-μπέη, μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ ἔδινε γιὰ τὶς κινήσεις τῶν Τούρκων.

  Ἀπὸ τὴ χαραυγὴ τῆς  19ης  Φεβρουαρίου ἄρχισε ὁ σφοδρὸς βομβαρδισμὸς τοῦ Μπιζανίου καὶ Καστρίτσας καὶ στὶς 20 Φεβρουαρίου κυριεύονται ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ στρατὸ τὰ περισσότερα ὀχυρά, ἐνῷ γιὰ πρώτη φορὰ ἀπ’ τὸν ψηλότερο αὐχένα τῆς Ὀλύτσικας ἠχοῦν αἰφνιδιαστικὰ τὰ πυρὰ τῶν δύο ὀρειβατικῶν πυροβόλων ποὺ ὅλη τὴ νύχτα τ’ ἀνέβασαν γυναῖκες τῶν γύρω χωριῶν.

  Τὰ  τουρκικὰ στρατεύματα μπροστὰ στὴν ὁρμὴ τοῦ στρατοῦ μας ἔφευγαν  φοβισμένα γιὰ τὰ Γιάννενα. Μαζί τους παρέσυραν καὶ τοὺς ἄντρες τοῦ  Ἐσὰτ πασᾶ, ποὺ βρίσκονταν στὸν Ἄϊ Γιάννη (σημερινὴ Ἀνατολή). Ἐκεῖ ἔφτασαν ἄντρες τῆς 2ης  ἑλληνικῆς φάλαγγας ὅπου κατέλαβαν τὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο πυροβολικοῦ καὶ ἀπέκοψαν τὰ τηλεφωνικὰ καλώδια Ἰωαννίνων-Μπιζανίου.

  Σ’  αὐτὲς τὶς ἐνέργειες πρωταγωνιστοῦν ὁ ἥρωας Βελισσαρίου μὲ τὸν  ταγματάρχη Ἰατρίδη.

  Τὸ  βράδυ τῆς  20ης  Φεβρουαρίου τὰ ὑπόλοιπα εὐζωνικὰ τάγματα βρισκονται ἔξω  ἀπὸ τὰ Γιάννενα στὸ χωριὸ Ραψιστά. Τὰ Γιάννενα ζοῦσαν τὴ στερνὴ νύχτα τῆς σκλαβιᾶς τους. Οἱ τελευταῖες ἀναλαμπές της, φώτιζαν τρομακτικὰ ἐρείπια. Βουνὰ ὀργωμένα ἀπ’ τὰ κανόνια. Χώματα ποτισμένα, βαμμένα στὸ κόκκινο. Κάμποι ματωμένοι. Ὅλα βουτηγμένα στὸ αἷμα. Χιλιάδες κοράκια πετοῦν, σωροὶ τὰ πτώματα. Στὶς χαράδρες, στοὺς λόφους, στοὺς κάμπους περπατᾶ ἡ φρίκη. Στὴν πολιτεία περπατᾶ ἡ ἐρήμωση.

  Στὶς  πέτρινες πλατεῖες καὶ στὰ καλντερίμια  ἠχοῦν τὰ γοργὰ βήματα τῶν τυράννων. Κινοῦνται σπασμωδικά. Νιώθουν τὴ μοιραία στιγμή. Εἶναι ἡ τελευταία τους νύχτα. Ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια…  ἀπό πεντε αἰῶνες…

  Κατὰ  τὶς δύο, ξημερωνοντας ἡ 21η Φεβρουαρίου 1913, ἐπιτροπὴ ἀπὸ δύο Τούρκους ἀξιωματικοὺς μὲ τον επίσκοπο Δωδώνης ποὺ τοὺς συνοδεύει ὁ Βελισσαρίου, μεταφέρουν στὸ ἑλληνικὸ στρατηγεῖο τοῦ Ἐμὶν ἀγὰ ἐπιστολὴ τῶν προξένων Ἰωαννίνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν κατὰ παράκληση τοῦ ἀρχιστρατήγου Ἐσὰτ πασᾶ τὴ σύναψη ἀνακωχῆς.

  Ὁ Ἕλληνας  ἀρχιστράτηγος Κωνσταντῖνος ζητᾶ τὴν  παράδοση τῆς  πόλης ἄνευ ὅρων. Ἡ  συμφωνία ὑπογράφεται στὶς τέσσερις  τὸ πρωί. Ἦταν ἡ μεγάλη ὥρα.

  Ἡ παράδοση τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ  ἡ πτώση τῶν  ὀχυρῶν ἦταν πράξη  δικαιοσύνης καὶ ὄχι ὑλικῆς ὑπεροπλίας. Ἦταν τὸ ἠθικὸ αἴτημα τῶν  αἰώνων.

  Ἔτσι  ξημέρωσε ἡ ἁγιασμένη μέρα τῆς 21ης Φεβρουαρίου ποὺ στάθηκε ὁ σταθμὸς καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς νεώτερης ἱστορίας τοῦ ἠπειρωτικοῦ χώρου.

  Ἡ πολιτεία τινάχτηκε λεύτερη μὲ θεϊκὴ ὀμορφιά! Ὁ ελληνικός στρατὸς εἰσέρχεται μὲ τὸν διάδοχο Κωνσταντῖνο καὶ  τὸν πρωτεργάτη τῆς  ἀπελευθέρωσης  στρατηγὸ Βελισσαρίου, θριαμβευτὴς  στὰ Γιάννενα.

  Πάνω  τους κυμάτιζαν οἱ γαλανόλευκες ποὺ  ξεδιπλώθηκαν ἀπ’ τὰ μπαούλα ὅπου ἦταν κρυμμένες χρόνια ὁλόκληρα. Οἱ ἀναστάσιμες καμπάνες ἠχοῦσαν μελωδικά. Ἀπ’ τὸ Μιτσικέλι, τὸ Δρίσκο καὶ τὴν Ὀλύτσικα τὸ ἀγέρι μυρωδικὸ καὶ δροσερὸ ἔφερνε στοὺς εὐεργέτες καὶ στοὺς διδασκάλους τοῦ Γένους τὸ χαρούμενο μήνυμα πὼς ὁ σπόρος τους καρποφόρησε.

  Τα  Γιάννενα ἦταν πιὰ ἐλεύτερα!



*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Θ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΑΝ.-ΜΑΡΤ. 2012


Οδός Νικολάκη Εφέντη ή Ν. Παπαδοπούλου;


Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο: e Γιάννινα ~
"Μια άλλη ματιά στη πόλη των θρύλων και των παραδόσεων"


Του Κώστα Φωτόπουλου


Βρίσκεται γειτονιά με τις κατοικίες αξιωματικών και σχηματίζει το τρίγωνο μαζί με τους δρόμους Μάρκου Μπότσαρη και Παπάζογλου.
Φέρει τον απλό τίτλο: οδός Ν. Παπαδοπούλου, που δε λέει τίποτα, αντί του πραγματικού Νικολάου Μιζαντζή, ή Μιζαντζόγλου υπολοχαγού του Τουρκικού Στρατού, ο οποίος ήταν απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Βερολίνου, στο Επιτελείο του Συνταγματάρχου Βεχήπ αδελφού του Εσάτ Πασιά.

Ο ανωτέρω, κατά την πολιορκία ταυ Μπιζανίου τροφοδοτούσε ,κατά την Ελευθ. Ι. Νικολαΐδου («Η Απελευθέρωσις των Ιωαννίνων», 1975, σ. 26, εκδ. Ε.Η.Μ.), το Ελληνικό Στρατηγείο με πληροφορίες σπουδαιότατης σημασίας. Το πιο σημαντικό στοιχείο, πού πρόσφερε ήταν η σχεδίαση του Χάρτη τού Μπιζανίου με τα πυροβόλα και τις δυνάμεις που υπεράσπιζαν το οχυρό.
Συγκεκριμένα: υπήρχε πυροβολείο των Τούρκων αθέατο και απυρόβλητο, που με τα δραστικά πυρά του «πολλάς ιφθίμου ψυχάς Αχαιών Άιδι προΐαψεν».
Είχε πάρει το όνομα «Σκύλλα» (ή Σκυλί), σαν ο «Κέρβερος» του Άδου των Αρχαίων.
Τους χάρτες αυτούς τους σχεδίασε στο Γραφείο του Ίω. Λάππα υπεύθυνου και των πληροφοριών και της κατασκοπείας (είχε την ιδιότητα του Γραμματέως και Διερμηνέως του Γαλλικού Προξενείου), σε δύο νύχτες.
Οι χάρτες τοποθετήθηκαν μέσα στο σαμάρι τού γαϊδουριού του μεταφορέως Δημητρίου Γραβάνη δασκάλου, από τη Σαντοβίτσα (τώρα Μάρμαρα) και μεταφέρθηκαν στις προφυλακές του Μικτού Τάγματος Αντ/ρχου Μαλάμου στους Μπαουσούς.
(Βλ. λεπτομέρειες «Το αρχείο Ιωάννου Λάππα και Αντιγόνης Γ. Τζαβέλα (1912—1913) και η απελευθέρωση των Ιωαννίνων»,   Γιάννινα 1975, εκδ. Ε.Η.Μ.).
Δυστυχώς όμως η δράση αυτή του λαμπρού υπολοχαγού Νικολάκη Μιζαντζή, κατ’ ακριβείς πληροφορίες του γιατρού Βασίλη Λάππα, γιου του Ιωάννου Λάππα και συνεπώς δυναμένου να γνωρίζει επακριβώς όλα τα προαναφερόμενα, από ακριτομύθια δημοσιεύτηκε σε Αθηναϊκή εφημερίδα, την «Πατρίδα», το γεγονός, κι’ όταν μετά το πέρας του πολέμου γύρισε στην πατρίδα του, συνελήφθη και πέρασε από στρατοδικείο, καταδικάστηκε σε θάνατο, και γδάρθηκε ζωντανός, όπως αναφέρεται.
Άλλα και η οικογένεια του δεν γλύτωσε από τη μανία των Τούρκων, εξοντώθηκε στη Μ. Ασία.
Χρέος λοιπόν ιερό έχει ο Δήμος Ιωαννιτών, τιμώντας τη μνήμη του έξοχου αυτού πατριώτου, να επαναφέρει τό ταχύτερο την απολύτως ορθή ονομασία: Νικολάου Μιζαντζή, Λοχαγού Μηχανικού (του Τουρκικού Στράτου), όπως ρητά με διαβεβαίωσε ο προαναφερόμενος γιατρός Βασίλειος Λάππας, τέλειος γνώστης των προμνησθέντων πραγμάτων, αλλά και από επιστολήν, που του απεστάλη εκ θεσσαλονίκης της Σοφίας Μανούκα, Κλεάνθους 21 Θεσσαλονίκη, το γένος Μιζαντζή, μαρτυρούσαν την ταυτότητα του συγγενούς της (ανεψιού) Νικολάου Μιζαντζή.

 Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Κώστα Φωτόπουλου «Τα Γιάννινα»