"Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας."


(Παύλος Βρέλλης)




«Δεν ήρθε πρώιμα η άνοιξη κι ουδέ το καλοκαίρι.

Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδάμε,

γιατί ελευτερωθήκανε, αητέ, τα Γιάννενά μας!»



«Την Ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία,
αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο... »
[Ιπποκράτης]





Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ


Την 21η του Φλεβάρη, και κάθε τέτοια μέρα, όχι μόνο η Ήπειρος, αλλά ολάκερη η Ελλάδα πανηγυρίζει μία ακόμη ιστορική επέτειο, την επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης των θρύλων και των παραδόσεων, της πόλης της δόξας, των αγώνων και των γραμμάτων.

Τα Ιωάννινα καταλαμβάνονται ειρηνικά από τους Οθωμανούς το 1431 (22 χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, στις 29 Μαΐου του 1453), από τον Σινάν Πασά και εγκαθιδρύεται η τούρκικη κυριαρχία που διαρκεί 482 χρόνια. Χρόνια δύσκολα και μαύρα. Πολλές γενιές Ηπειρωτών γεννήθηκαν και πέθαναν μέσα σε «πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι», λαχταρώντας μια αχτίδα φωτός, ένα σημάδι λευτεριάς, όπως μας τραγουδάει και ο ποιητής μας Αριστοτέλης Βαλαωρίτης:

Επέσανε τα Γιάννενα
σιγά να κοιμηθούνε,
εσβήσανε τα φώτα τους,
εκλείσανε τα μάτια.


Η μάνα σφίγγει το παιδί
βαθιά στην αγγαλιά της,
γιατί 'ναι χρόνοι δύστυχοι
και τρέμει μην το χάσει.


Τραγούδι δεν ακούγεται,
ψυχή δεν ανασαίνει.
Ο ύπνος είναι θάνατος
και μνήμα το κρεβάτι. ,
Κι η χώρα κοιμητήριο
κι η νύχτα ρημοκλήσι.


Άγρυπνος ο Αλή-πασάς,
ακόμη δε νυστάζει,
και σ' ένα δέρμα λιονταριού
βρίσκεται ξαπλωμένος.
Το μέτωπό του είναι βαρύ,
θολό, συννεφιασμένο
και τό ΄βαλεν αντίστυλο
το χέρι του, μην πέσει.


Χαϊδεύει με τα δάχτυλα
τα κάτασπρά του γένια,
που σέρνονται στου λιονταριού
τη φοβερή τη χαίτη.
Αγκαλιασμένα τα θεριά,
σου φαίνονται πως έχουν
ένα κορμί δικέφαλο ,
το μάτι δε γνωρίζει,
ποιο τάχα νάν΄ το ζωντανό
και ποιο το σκοτωμένο.


Στην άκρη στο παράθυρο,
σιωπηλός προσμένει
και τρομαγμένος τον θωρεί
ο φίλος του ο Ταχήρης.


Ύστερα από σχεδόν 500 χρόνια σκλαβιάς, στις 21 Φεβρουαρίου του 1913, τα Γιάννενα λευτερώθηκαν. Ο Τούρκος κατακτητής, νικημένος και ντροπιασμένος, μάζεψε τ’ απομεινάρια τής άλλοτε τρομερής στρατιάς του και η Ελληνική σημαία κυμάτιζε και πάλι στο κάστρο της πόλης.


Επέσανε τα Γιάννενα
βουβάθη το Μπιζάνι.
Μαζί κι η φύση σώπασε
και άνοιξη πια κάνει.


Τρίζουν τ' Αλή τα κόκκαλα
κι η λίμνη δεν αφήνει,
τους στεναγμούς που βγάζανε,
οι νύφες κι η Φροσύνη.


Επέσανε τα Γιάννενα!
Στη σκλαβωμένη χώρα,
η λευτεριά εσκόρπισε,
τα ποθητά της δώρα.


Εσείς πουλιά της άνοιξης
τη νίκη διαλαλήστε,
ψάλτε γλυκά το νικητή
και το στρατό υμνήστε.


Λουλούδια και τριαντάφυλλα,
χίλιες φορές ανθίστε,
τους τάφους των παλικαριών,
με χάρη να στολίστε.

(«Επέσανε τα Γιάννενα», Αρ. Βαλαωρίτης)

Τα Γιάννενα χιλιοτραγουδήθηκαν, μαζί με την ιστορική τους λίμνη, την Παμβώτιδα, όπως αναφέρει και ο δημοσιογράφος Δημήτρης Καρανικόλας σε μια ραδιοφωνική του εκπομπή στις 20 Φεβρουαρίου 1987, αφιερωμένη στην επέτειο της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων, δίνοντάς μας πολλά ιστορικά στοιχεία για την εποχή εκείνη (http://www.dimitriskaranikolas.gr/main.asp?ElementId=8355). Αλλά τα Γιάννενα δεν είναι μόνο φυσικό περιβάλλον. Είναι πάνω απ’ όλα, μια πόλη με ιστορία ένδοξη και μεγάλη. Mια πόλη που επί Τουρκοκρατίας, υπήρξε πνευματικό, πολιτισμικό και οικονομικό κέντρο του Ελληνισμού, έτσι όπως το τραγουδά και η λαϊκή μούσα στο γνωστό παραδοσιακό δίστιχο:
«Γιάννενα πρώτα στ’ άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα.»

Γι' αυτά λοιπόν τα Γιάννενα ο δημοσιογράφος και λογοτέχνης Γιώργος Χατζής, στην εφημερίδα «Ήπειρος», στο πρώτο φύλλο της, στις 3 Μαρτίου 1913, σε ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο άρθρο του, με τον τίτλο «Εχαμογέλασες», γράφει (δοσμένο σε ελεύθερη απόδοση):

[Πεντακόσια ολόκληρα χρόνια. Πεντακόσια λυπημένα Χριστούγεννα και πεντακόσιες θλιβερές Πασχαλιές, κανένας Ηπειρώτης δεν χάρηκε το ψωμί που έτρωγε και φαρμάκι τού γίνονταν το νερό στα χείλη, εφ΄ όσον σε ένιωθε Εσένα, ώ φιλτάτη και κλαμένη πόλη, πόλη πληγωμένη, να κάνεις δεήσεις στον Εσταυρωμένο Χριστό να σου λυπηθεί, τέλος πάντων, την αγωνία και τον θρήνο.
Πεντακόσια ολόκληρα χρόνια δεν έκλεισε ειρηνικά τα μάτια του κανένας προπάππους μας, και κανένας πατέρας μας δεν χάρηκε, πεντακόσια χρόνια τώρα, τα παιδιά του...
Τώρα, ελεύθερο και αγαπητό χώμα, ξύπνα και ανάστησε τους πεθαμένους γονείς μας.
Και στην ωραία και ιερή και μεγάλη πομπή, οδήγησε, ώ πόλις φιλτάτη, τις ψυχές των πατέρων μας, με δάκρυα χαράς πλέον στα μάτια, να φιλήσουν από ευγνωμοσύνη τα χέρια του υψηλού Ελευθερωτή και να αγκαλιάσουν τον γενναίο Ελληνικό στρατό Σου...
Η κυανόλευκη παίζει απαλά και περήφανη, με το απαλό αεράκι της Παμβώτιδας, επάνω στο κάστρο, όπου οι Αλήδες και οι Βελήδες σε σταύρωναν πεντακόσια ολόκληρα χρόνια.
Και γέλασαν, επιτέλους, και τα δικά σου χείλη, ώ πόλις αγαπητή και πολυβασανισμένη.
Στρατός Ελληνικός, νικητής και ήρεμος, λιοντάρι στη μάχη, με τη βοήθεια και της Παναγίας, κραδαίνοντας χθες αήττητη λόγχη, νίκησε στο Μπιζάνι και σήμερα ευγενής και φορώντας γάντια, πολιτισμένος στρατός, παρελάζει στους δρόμους της πόλης αφού πρώτα έδιωξε απ' αυτήν και τον τελευταίο Τούρκο, του οποίου, πέντε αιώνες τώρα, αισθάνθηκαν οι παππούδες μας την αγριότητα, και του οποίου εδώ και τέσσερα χρόνια, από τις στήλες τούτης της εφημερίδας, διηγηθήκαμε σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο, τον βανδαλισμό και την ωμότητά του!
Είσαι ελεύθερη και υπερήφανη για τη Μητέρα σου, την Ελλάδα, ώ κόρη βασανισμένη και πολυαγαπημένη.
Ο ελληνικός Στρατός είναι μέσα στα Γιάννενα τροπαιοφόρος! Τα Γιάννενα είναι ελεύθερα».]


Στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων είναι αφιερωμένο και το ποίημα του Στέφανου Δάφνη, δημοσιευμένο στο ημερολόγιο του Σκόκου, το 1915. Έχει τίτλο «Στα Γιάννενα»:

Απ΄ έξω από τα Γιάννενα, σ΄ ένα ψηλό κλαδί,
πουλί - πουλάκι εκάθισε και γλυκοκελαηδεί.
Ανοίχτε στράτα διάπλατη και στράτα μυρωμένη
κι έρχεται η Λευτεριά η κυρά με τ΄ άνθη στολισμένη.
Τ΄ ακούνε οι σκλάβοι, που βαθιά σ’ ονείρου βάθος ζούνε
και τα κεριά ετοιμάζουνε και τους παλμούς κρατούνε.
Και το καλό φθινόπωρο με κάποια ανατριχίλα,
στρώνει τ’ ολόχρυσο χαλί με τα στερνά του φύλλα.


Χαρακτηριστικό ποίημα για τη μέρα αυτή είναι κι εκείνο που έγραψε ο Γεώργιος Σουρής, με τίτλο: «Τα πήραμε τα Γιάννενα»


Τα πήραμε τα Γιάννινα
Μάτια πολλά το λένε,
Μάτια πολλά το λένε,
Όπου γελούν και κλαίνε.


Το λεν πουλιά των Γρεβενών
Κι αηδόνια του Μετσόβου,
Που τα έκαψεν η παγωνιά
Κι ανατριχίλα φόβου.


Το λένε χτύποι και βροντές,
Το λένε κι οι καμπάνες,
Το λένε και χαρούμενες
Οι μαυροφόρες μάνες.


Το λένε κι οι Γιαννιώτισσες
Που ζούσαν χρόνια βόγγου,
Το λένε κι οι Σουλιώτισσες
Στις ράχες του Ζαλόγγου.


Ενώ μια άλλη παραλλαγή του ίδιου τραγουδιού αναφέρει:


Το λεν τα μαύρα Γιάννενα, το δόλιο Κακοσούλι,
το λεν κι απ' τη βαριά σκλαβιά, βασανισμένοι δούλοι.


Το λεν κι όσες γκρεμίστηκαν στα κράκουρα του λόγγου,
Σουλιώτισσες που χόρεψαν στις ράχες του Ζαλόγγου.


Το λένε τα ψηλά βουνά κι οι δροσερές βρυσούλες,
το λένε καμαρόφρυδες, κόρες Γιαννιωτοπούλες.


Το λέει αρματολού σπαθί και κλέφτη γιαταγάνι
το λένε χτύποι και βροντές στο τρομερό Μπιζάνι.


"Τα πήραμε τα Γιάννενα μάτια πολλά το λένε,
μάτια πολλά το λένε όπου γελούν και κλαίνε."


Από το συγκλονιστικό αυτό γεγονός δεν έμεινε ασυγκίνητος ο άλλος μεγάλος μας ποιητής, ο Ιωάννης Πολέμης. Γράφει το ποίημα «Όταν πέσανε τα Γιάννενα», εμπνευσμένος από τους θρύλους και την ιστορία της Λίμνης με τις δεκαεφτά παρθένες, που έπνιξε ο διαβόητος Αλή Πασάς.



Βαθιά οι πνιγμένοι ανάσαναν κι εκόχλασε το κύμα
κι εκρινοβόλησαν οι αφροί το υγρό της λίμνης μνήμα.
Κρινόσπαρτος παράδεισος τη νύχτα εκείνη εγίνη
κι ανέβηκαν οι δεκαφτά με την κυρά Φροσύνη.
Σύρε, Φροσύνη, το χορό: Σφιχτά χειροπιασμένες,
σ’ ακολουθούν αχώριστες οι δεκαεφτά Παρθένες.
Λαλούν αθώρητα βιολιά κι αναγαλλιάζ’ η λίμνη
κι ο φλοίσβος της ακρολιμνιάς είναι τραγούδια κι ύμνοι.
Είναι πικρές οι θύμησες και στάζουνε φαρμάκι
μα στρέψε ιδέες, καταδιωχτοί, φεύγουν οι βουλολάκοι.
Ο Αλή πασάς από κοντά με μιαν οχιά για ζώνη
τραβά τα γέρικα μαλλιά, τα γένια ξεριζώνει.
Κι αν σε ρωτήσ’ η λίμνη σου: - Γιατί, Φροσύνη, νιώθω
στα στήθη μου αναγάλιασμα, στα βάθη μου χαρά;
Πες της: η γαλανόλευκη, με τον αιώνιο πόθο
έφερε Φώτων το Σταυρό π’ αγιάζει τα νερά.


Από τους ίδιους θρύλους της πολυτραγουδισμένης λίμνης εμπνεύστηκε και η Βαρβάρα Θεοδωροπούλου - Λιβαδά για να γράψει το ποίημά της με τίτλο: «Στη λίμνη των Γιαννίνων» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ηπειρωτικό Μέλλον" στις 26/2/1979.


Απ' τα νερά σου τα γλυκά παραμυθένια λίμνη,
ας έρθει με τις δεκαεφτά η όμορφη Φροσύνη.
Να ιδούν το κάστρο το παλιό, το σιδεροφραγμένο,
πως είναι πια ελληνικό κι απελευθερωμένο.


Πες στη Φροσύνη να ντυθεί το πιό 'μορφο φουστάνι,
με τα φλουριά τα ολόχρυσα και το πλατύ γιορτάνι.
Και στα χαρούμενα νερά από τη λευτεριά τους,
ας γυαλιστούν οι όμορφες, να ιδούνε τη θωριά τους.


Πες τους να 'ρθούν περήφανες, μ' ολόρθο το κεφάλι
κι η εκκλησιά η ορθόδοξη θα λειτουργήσει πάλι.
Και στη Λαμπρή, στη λειτουργιά, της λευτεριάς λαμπάδες,
θε να σταθούν οι δεκαεφτά, μαρτυρικές κυράδες.


Επίσης πολύ χαρακτηριστικό και συγκινητικό είναι και ένα ποίημα του Μπιζανομάχου Γεωργίου Ν. Γάκη (από την Αρκαδία) ο οποίος απευθύνεται στη μητέρα του:


«Μανούλα μ΄ σε παρηγορώ από χιλιάδες μίλια, γιατί εχθές στον ύπνον μου δυσάρεστη σε είδα.
Ο Τόμαρος αντιλαλεί των κανονιών τους ήχους και χαίρεται που σύντριψαν του Μπιζανίου τους τοίχους.
Στο Πεζικόν το 11ον οφείλεται η νίκη, η τόσον ολιγόωρος, πράγματι είναι φρίκη.
Από Αρκάδας σύγκειται που πήραν πυροβόλα και δη το 1ον Τάγμα του, τον Άγιο Νικόλα.
Η ώρα είναι 12 σχεδόν το μεσημέρι, ως τότε εβαστάχθηκε το τουρκικόν ασκέρι.
Κι εβγήκε απ' τα προχώματα στα Γιάννινα να πάει, όπλα, φυσίγγια, γυλιούς στον δρόμον τα πετάει.
Επίσης και το φρούριον, το τρομερόν Μπιζάνι, εσίγησε κι εκάθετο, σκέπτεται τι να κάνει.
Διότι το εκύκλωσαν εύζωνοι με την λόγχην και ο Εσάτ ευρίσκεται στου ποταμού την όχθην.
Την επομένην το πρωί στέλνει στο Στρατηγό μας, πως το Μπιζάνι σήμερον λογίζεται δικό μας.
Τριάντα χιλιάδες είμεθα, εκτός των πυροβόλων κι όλοι παραδιδόμεθα στο Νικητή «άνευ όρων».
Και τότε ο Στρατηλάτης μας στα Γιάννινα πηγαίνει και από τα χέρια του Εσάτ το ξίφος του το παίρνει.
Μόνος του το παρέδωσε το ξίφος του ο καημένος, ωσάν γενναίος Στρατηγός, αλλά όμως ηττημένος.
Τα βάσανά μου, μάνα μου, σώθηκαν πια καημένη και όλοι περιμένουμε ειρήνη για να γένει.
Για νά 'λθουμε στα σπίτια μας ίνα ξεκουρασθούμε, γιατί εχθρόν δεν έχουμε πλέον να πολεμούμε».


Στο πρώτο μετά την απελευθέρωση φύλλο, της εφημερίδας «Ήπειρος», στις 3 Μαρτίου 1913, υπάρχει περιγραφή για το κλίμα της εποχής εκείνης. Μερικά αποσπάσματα μας πληροφορούν και για τις τρομερές συνθήκες που ζούσαν, οι Τουρκοκρατούμενοι τότε, πρόγονοί μας:


[«Έξω από την πόλη, χωριά ολόκληρα καίγονταν και ληστεύονταν καθημερινά από τον Τούρκικο στρατό. Γυναίκες βιάζονταν και έπειτα δέρνονταν μέχρι θανάτου. Ιερά σκεύη εκκλησιών παίρνονταν ως λάφυρα και πουλιόταν έπειτα στην αγορά των Ιωαννίνων, από Λιάπηδες και Τούρκους στρατιώτες. Και ήταν τέτοιες οι πράξεις τους που προκαλούσαν μόνο φρίκη.
Μέσα στην πόλη υπήρχε διάχυτος ο φόβος και ο τρόμος. Ένα άγριο, βάρβαρο, άτιμο και πέρα από κάθε νόμο και πολιτισμό, σκληρό στροτοδικείο, καταδίκαζε και τιμωρούσε όποιον ήθελε. Πέντε έξι χαφιέδες αστυνομικοί και μερικοί Τουρκογιαννιώτες (Τούρκοι μουσουλμάνοι με μητρική γλώσσα την ελληνική) έγραφαν και μοίραζαν "ζουρνάλια" εναντίον του ενός και του άλλου, νύχτα και μέρα.
Μια κρεμάλα είχε στηθεί στο στρατοδικείο. Άλλη μια στην πλατεία. Άλλη έξω από την πόλη. Και ακούγονταν απαίσια κτυπήματα καρφιών τη νύχτα. Και το πρωί, γεμάτοι φόβο και τρόμο οι Έλληνες έκρυβαν τα δάκρυά τους και μάθαιναν τα δυσάρεστα νέα: «Σήμερα κρέμασαν έξι Χριστιανούς! Αύριο κρεμούν άλλους!»
Και το απαίσιο σχοινί δούλευε και οι απαίσιοι δήμιοι στρατοδίκες μαγείρευαν το μόνο φαγητό για την Τουρκογιαννιώτικη όρεξη: «Κρεμάλα στους Χριστιανούς!».]


Για το φρόνημα των Ηπειρωτών και την αγάπη τους και την πίστη τους στην πατρίδα, στην ίδια εφημερίδα, διαβάζουμε ανατριχιαστικές περιγραφές. Παρά τα φοβερά μαρτύρια των φυλακισμένων η καρδιά τους χτυπούσε στο ρυθμό των κανονιών, που σφυροκοπούσαν το Μπιζάνι:


[«Οι συλλήψεις γίνονταν μαζικά. Χωρίς διακρίσεις πολίτες και χωρικοί ρίχνονταν στις φυλακές ύστερα από βασανιστήρια και αφάνταστες ταλαιπωρίες. Οι φυλακές γέμισαν από ανθρώπους που υπέφεραν πολύ. Τα μπουντρούμια του Αλή Πασά δε χωρούσαν πλέον άλλους. Και τους πετούσαν σαν σκύλους στο γκαλντερίμι του μπουντρουμιού, έξω στο διάδρομο, όπου το κρύο απετελείωνε ό,τι δεν κατάφερε ο ατελείωτος ξυλοδαρμός να τελειώσει. Ένα νεκροκρέβατο και ένας θλιβερός και σιωπηλός παπάς ανεβοκατέβαιναν κάθε μέρα την παλιά σκάλα της φυλακής μεταφέροντας κάθε φορά έναν ακόμα νεκρό. Κι όμως οι φυλακισμένοι, μ΄ όλα αυτά τα βάσανα και το αποτρόπαιο θέαμα, είχαν ακμαίο το φρόνημά τους και ήρεμη την ψυχή τους, και δε ρωτούσαν ούτε αν θα κρεμασθούν κι αυτοί, ούτε αν θα ζήσουν, ούτε αν θα πεθάνουν. Η σκέψη τους πετούσε πάνω στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου, στο Μπιζάνι και τη Μανωλιάσσα. Άκουγαν όλη τη νύχτα το χτύπο των κανονιών βάζοντας το αυτί τους στο χωμάτινο δάπεδο του μπουντρουμιού και το επόμενο πρωί ανυπομονούσαν να φανεί κάποιος, μ΄ ένα νόημα, με μια χειρονομία να τους φέρει μια είδηση για τον Ελληνικό στρατό». ]

Για το μήνυμα της νίκης μάς μιλάει και το ποίημα του Γεωργίου Ξύδη με τίτλο: "Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων"
Πέφτουν στα Γιάννενα κανόνια!
Τη Λευτεριά καλωσορίζουν.
Που οι σκλάβοι ως πεντακόσια χρόνια ,
την καρτερούν και δε λυγίζουν.


Κι ήρθε η εικοστή πρώτη Φλεβάρη ,
του δοξασμένου «Δέκα τρία» ,
που οι αντρειωμένοι μας φαντάροι ,
νικούν εχθρούς, βροχές και κρύα.


Και στήνουν την γαλανομάτα ,
πάνω στ'αγέρωχο Μπιζάνι.
με της ψυχής τους τη σκαπάνη.


Τις αλυσίδες σπουν κομμάτια,
και χτίζουν λαμπερά παλάτια,
της νίκης που φορεί στεφάνι.

 
Η είσοδος του Ελληνικού στρατού στα Γιάννενα, για τους κατοίκους της μαρτυρικής πόλης, ήταν ένα ασύλληπτο και μοναδικό γεγονός. Η πτώση του Μπιζανίου και τα λεύτερα Γιάννενα, είναι δύο γεγονότα σημαδιακά, όχι μόνο για την Ήπειρο αλλά και για όλο τον Ελληνισμό. Το πώς δέχτηκε ο πληθυσμός τα παλικάρια εκείνα, τους ελευθερωτές του, δεν μπορεί να περιγραφεί. Μόνο μια αμυδρή εικόνα μάς δίνει ο χρονικογράφος της εποχής εκείνης, ο οποίος στην εφημερίδα «Ήπειρος», στις 3 Μαρτίου 1913, μας δίνει τις σχετικές πληροφορίες:


[«Η παράδοση των Ιωαννίνων είχε ήδη συντελεστεί και ο διοικητής του 3ου Πεζικού Συντάγματος Ιωάννης Γιανακίτσας, με δύο τάγματα, βρίσκονταν από τα μεσάνυχτα κοντά στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη Μπουνίλας (στη σημερινή Ανατολή), και σ' αυτή τη βιαστική άφιξη (του τμήματος του Ελληνικού στρατού λίγο έξω από την πόλη) , χρωστάει η πόλη μεγάλο μέρος από τη σωτηρία της.
Τι έγινε μετά από αυτή τη στιγμή, ούτε καμία πένα μπορεί να ζωγραφίσει, ούτε κανένας άνθρωπος να διηγηθεί, ούτε καμιά μνήμη να συγκρατήσει.
Χιλιάδες άνθρωποι έπεφταν πάνω στα άλογα των Ελλήνων στρατιωτών και μη μπορώντας να φιλήσουν τους γενναίους ιππείς ασπάζονταν τα φάλαρα και τα χαλινάρια των αλόγων, ως αγιασμένα κειμήλια. Κλαίγοντας από τον ασυγκράτητο ενθουσιασμό οι πολίτες, γνωστοί και άγνωστοι, αγκαλιάζονταν μεταξύ τους.
Γυναίκες γονάτιζαν στη μέση του δρόμου κλαίγοντας από χαρά, ενώ εκατομμύρια πυροβολισμοί από κάθε γωνία και από κάθε σπίτι φανέρωναν το μεγάλο ενθουσιασμό και χαιρετούσαν την ανύψωση της γαλανόλευκης στο διοικητήριο και το φρούριο της πόλης. Τα Γιάννενα ήταν Ελληνικά. Ελεύθερα πλέον»!]


Ελεύθερα τα Γιάννενα
εικοσιμία Φλεβάρη
η Ήπειρος ελεύθερη
απ' της σκλαβιάς τα βάρη.


Πανηγυρίζει η πόλη μας
όλη με καλοσύνη
Βασιλική στήνει χορό
με την κυρά Φροσύνη.


Φροσύνη πιάσε το χορό
πρώτη απ' τις κυράδες
και ξύπνα και τις δεκαεφτά
τις όμορφες νεράιδες.


Πιάστε χορό στα κύματα
την άγια τούτη μέρα
ανθόσπαρτη είν' η λίμνη μας
κι ο κάμπος όλος πέρα.

...Για την ιστορία αναφέρουμε ότι την ημέρα της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων, παραδόθηκαν 30.000 Τούρκοι στρατιώτες και 1.000 αξιωματικοί, με 120 πολυβόλα και πυροβόλα.



Ο ιστορικός θα μας διηγηθεί αργότερα:


"Το κανονίδι πήγαινε καπνός κι όλη τη νύχτα τούτη μέχρι το χάραμα. Ο βρόντος τάραζε τα πάντα. Τα σπίτια και ο τόπος τρεμούλιαζαν σαν από σεισμό.
Οι Γιαννιώτες - άντρες, γυναίκες και παιδιά - με κολλημένα τα μάγουλα και τα μάτια στο "τζαμλίκια" των σπιτιών τους, έβλεπαν τους Τούρκους φαντάρους να μπαίνουν στην πόλη τσούρμο - τσούρμο και να τρέχουν κυνηγημένοι σαν τα αγρίμια να κρυφτούν...
Γέροντες μέσα στα σπίτια τους, ετοιμοθάνατοι κι άλλοι άρρωστοι σκλάβοι, κρατούσαν την ψυχή στο στόμα και πάλευαν να μην ξεψυχήσουν ετούτη τη μέρα...
Καρτερούσαν τη λευτεριά και ύστερα να...πέθαιναν."


Σε λίγο η Γαλανόλευκη, και όχι το μισοφέγγαρο, θα κυματίζει περήφανη στο Διοικητήριο της πόλης. Οι Γιαννιώτες τη χαιρετίζουν με κανονιοβολισμούς και ντουφεκίδι.


Το δημοτικό τραγούδι, σύμφωνα με τη λαογραφία, θα επισημάνει αργότερα:


"Ξύπνα καημένε μου πασά να ιδείς τα Γιάννενά σου.
Τα πήρανε οι Έλληνες, δεν είναι πια δικά σου.
Και για να παρηγορηθείς, βεζίρη μου κι αν κρίνεις,
ειπέ το της Βασιλικής και της κυρα-Φροσύνης.
Βοή κι αντάρα ακούγεται, βροντοκοπούν τουφέκια
και τα κανόνια πέφτουνε, σαν να 'ναι αστροπελέκια..."
(Κων/νος Ζήκος ΦΩΝΗ ΣΥΝΤ/ΧΩΝ ΟΤΕ) αναδημοσίευση από το blog "Η διαδρομή"

Όταν μπήκε ο Ελληνικός στρατός στα Γιάννενα η είδηση της απελευθέρωσης φτερούγισε γοργά από σπίτι σε σπίτι, από στόμα σε στόμα σε όλους τους Γιαννιώτες που ήταν έτοιμοι σαν από καιρό για το μεγάλο πανηγύρι. Οι κάτοικοι ξεχύθηκαν στους δρόμους και σχεδόν αυτόματα, απ΄ όλα τα σπίτια και σ΄ όλους τους δρόμους, ξεπετάχτηκαν αναρίθμητες Ελληνικές σημαίες, σημαίες που ήταν για πολλά χρόνια καλά κρυμμένες στα σεντούκια και περίμεναν καρτερικά ετούτη τη μεγάλη στιγμή για να ξεδιπλωθούν και ν' ανεμίσουν στον ελεύθερο γιαννιώτικο ουρανό. Οι καμπάνες χτυπούν αναστάσιμα. Τα χείλη γελούν. Οι καρδιές ριγούν.
Και σ΄ αυτή την περίπτωση, όπως σε κάθε κρίσιμη ώρα, έκανε το θαύμα της η αθάνατη, καρτερική, λεοντόκαρδη και πατριδολάτρισσα Ηπειρώτισσα. Και πάλι ο χρονικογράφος της εποχής εκείνης μάς εξηγεί το φαινόμενο:

[«Ένα τεράστιο πλήθος με χιλιάδες ανθρώπους κινούνταν από ενθουσιασμό, σαν θάλασσα και σαν ωκεανός, που ξύπνησε από το φύσημα δυνατής θύελλας. Και ενώ η ατμόσφαιρα είναι ήρεμη, ηλιόλουστη και γαλήνια, οι χιλιάδες Ελληνικές σημαίες κυματίζουν απαλά. Η πολύπαθη πόλη αναπνέει και η αναπνοή της λικνίζει τις αμέτρητες σημαίες με προσφιλές και γνωστό άσμα. Και οι σημαίες απαλά χαμογελούν και παίζουν με τη χαρά και την ευτυχία της αγαπημένης μας πόλης.
Πού βρέθηκαν τόσες χιλιάδες σημαίες; Ιστορία αληθινή και παθητική ποίηση!»]


Θεέ μου δώσε μου φτερά
ψηλά για να πετάξω,
τα λεύτερα τα Γιάννενα
να πάω να κοιτάξω.


Να ιδώ τα ξακουστά βουνά
κάστρα αρματωμένα,
πανώρια σπίτια ζηλευτά
ξανά λευτερωμένα.


Να ιδώ ευζώνους στο χορό
που γλυκοτραγουδάνε:
"Τα πήραμε τα Γιάννενα,
οι Τούρκοι δεν πατάνε."


Το Μπιζάνι θα παραμένει πάντα ένα ιερό σύμβολο. Ένα σύμβολο παληκαριάς, αυτοθυσίας και πατριωτισμού. Στο Μπιζάνι δοκιμάστηκε, για μια ακόμη φορά, η Ελληνική στρατιωτική τέχνη και ικανότητα, αλλά και η ψυχική και σωματική δύναμη του Έλληνα στρατιώτη.
Η ευγνωμοσύνη των Ηπειρωτών, και όλων των Ελλήνων, θα παραμένει αιώνια.
Για τα παλικάρια που πολέμησαν.
Για τα αγνά παλικάρια που έπεσαν στο Μπιζάνι που όπως έγραψε και ο Ιταλός ποιητής Ντ' Ανούτσιο Γαβριήλ:
«Ότι εγράφη με αίμα τίποτε δεν μπορεί να το σβήσει»

Για τη μεγάλη αυτή θυσία των Μπιζανομάχων η Μαίρη Τσακελίδου γράφει στην ιστοσελίδα των Αποφοίτων της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων (http://www.zosimaia.gr/MenuDynamic.asp?Menu=9&submenu=12 ):

«Τα Γιάννινα δεν τα πήραμε μόνο με τα όπλα και τον ηρωισμό των στρατιωτών.
Δεν τα πήραμε μόνο με στρατηγικά σχέδια και υψηλά ιδανικά.
Τα πήραμε με ψυχή και τρυφεράδα
Τα πήραμε με τα αισιόδοξα γράμματα από τα παγωμένα μετερίζια...
Οι αγώνες των Ελλήνων δεν ήταν ξεχωριστοί μόνο για την δύναμη της ψυχής τους.
Ήταν ξεχωριστοί και για τις εξομολογήσεις της μοναξιάς που βρέθηκαν
στα κιτρινισμένα γράμματα του μετώπου.
Μέσα από τις τσαλακωμένες σελίδες ξεπηδούν ζωντανοί οι πολεμιστές.
Ξεπηδούν ζωντανές οι στιγμές της καθημερινότητας, των μαχητών που μαζεύτηκαν απ' όλη την Ελλάδα.
Αυτά ψάξαμε για τούτη την επέτειο.
Αυτές τις στιγμές δημοσιεύουμε για να κρατήσουμε ζωντανές τις
μνήμες με ονοματεπώνυμο ή χωρίς.


Αφιέρωμα στον Άγνωστο
Που σκοτώθηκε
Για να γεννηθούμε λεύτεροι.»


Επίσης για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ο Γερμανός φιλέλληνας Ούλριχ Βιλάμοβιτς έγραψε:


Στους πρόποδες του Τόμαρου, στα ακρινά κλωνάρια
της ιερής βελανιδιάς κάθεται περιστέρι,
και ψάλλει υπερήφανο της λευτεριάς τραγούδι:


«Δία, θεέ Πελασγικέ, προστάτη της Δωδώνης,
κοίταξε τώρα γύρω σου, όλος χαρά γεμάτος,
ποιά είναι η παλληκαριά στη σύγχρονη Ελλάδα».


Κι όλοι γιορτάζουνε στη γη μ’ ύμνους επινικίους
όσοι είναι φίλοι του Διός και φίλοι των Ελλήνων.


Την αποφασιστικότητα, την αυτοθυσία και την αυταπάρνηση των μαχητών του Μπιζανίου φανερώνει περίτρανα και το επόμενο ποίημα με τίτλο: «Τα ευζωνάκια».


Ένα πουλάκι έβγαινε
μέσ' από το Μπιζάνι.
Κι είχε θολά τα μάτια του
και μαύρα τα φτερά του.


Κι η Ρούμελη το ρώτησε
και μόνο το ρωτάει:


"Για πες μας βρε πουλάκι μου
κάνα καλό χαμπέρι.
Ακούω κανόνια πέφτουνε
κι ολόγυρα βουίζουν.
Πες μας πουλί τι γίνεται
και τι λεβέντες πέφτουν;"


"Τι να σου πω βρε Ρούμελη,
τι να σου μολογήσω;


Τα ευζωνάκια πολεμούν
στο ξακουστό Μπιζάνι.
Πέντε μερούλες νηστικά
και δέκα διψασμένα.
Μέσα στους πάγους πολεμούν
κι είναι κρουσταλιασμένα.
Πέφτουν λεβέντες μας νεκροί,
λεβέντες πληγωμένοι."


Κι ο Σαπουτζάκης έλεγε
κι ο Σαπουτζάκης λέει:


"Παιδιά μου, μη δειλιάσετε
το τούρκικο το βόλι,
να πάρουμε τα Γιάννενα
κι ας σκοτωθούμε όλοι."


Επίσης στη μνήμη του ανώνυμου ήρωα Μπιζανομάχου και ιδιαίτερα του Εύζωνα είναι αφιερωμένο το παρακάτω ποίημα γραμμένο από τον Αλέξανδρο Μαυράκη με τίτλο: "Ο Εύζωνας"


Σίμωσε φίλε μου πιστέ και σήκωσέ με λίγο,
μ' αφήνουν οι δυνάμεις μου, το φως μου σκοτεινιάζει.
Για πάντα σ' αποχαιρετώ, γι' άλλη ζωή θα φύγω,
με πήρε σφαίρα στην καρδιά κι ο πόνος μου με σφάζει.


Θ' αφήσω το ντουφέκι μου, την κάπα, το σπαθί μου
και τους πιστούς τους φίλους μου, τους πολυαγαπημένους.
Μα πόνος μεγαλύτερος, σπαράζει την ψυχή μου
που θα πεθάνω πριν να ιδώ τα Γιάννενα πεσμένα.


Μαύρο μολύβι, εχθρικό γιατί εβιάσθης τόσο;
Με παίρνεις πριν τα Γιάννενα ελεύθερ' αντικρύσω,
τη μάνα μ' απ' τα τούρκικα βάσανα πριν γλιτώσω
και πριν το πόδι σπίτι μας το πατρικό πατήσω.


Ελληνικά τα Γιάννενα, μεγάλη την πατρίδα...
κι ας ξεψυχούσα στη στιγμή, ας μ' έκαναν κομμάτια.
Μα, φίλε, βόηθα με, μου φεύγει κάθε ελπίδα,
κλονίζομαι... σκότος βαθύ μου σκέπασε τα μάτια.
Θανάτου όμως άρχισε και ρόγχος κι αγωνία,
αισθάνθη έναν κλονισμό ο εύζων ο μικρός.


Και αντηχούν οι λαγκαδιές, τα δάση, τα βουνά
κι αντηλαλούν οι ρεματιές γεμάτες από χιόνι,
με ψαλμωδία όμοια, μ' αγγέλων Ωσαννά:
"Τα Γιάννενα ο Ελληνικός Στρατός ελευθερώνει".


Και μέσα στο αφάνταστο εκείνο πανηγύρι
μισάνοιξε ο εύζωνας τα μάτια μια στιγμή,
εχαμογέλασε γλυκά, φιλεί το σύντροφό του
για ύστερη, ουράνια, θεία ευχαριστία
και εις τον Ύψιστο πετά... Έγινε τ' όνειρό του!


Όταν μιλάμε όμως για το Μπιζάνι δεν μπορούμε να μη θυμόμαστε τον τρομερό πορθητή του, τον ταγματάρχη Βελισσαρίου. Ένα σεμνό παλικάρι, από την Κύμη της Εύβοιας, που πέρασε στην ιστορία ως ένας από τους πιο τιμημένους Έλληνες αξιωματικούς. Είναι ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που, με την κεραυνοβόλα προέλασή του, έφτασε στις παρυφές της πόλης. Γι΄ αυτό κι ο λόφος εκείνος, προς τιμήν του, ονομάζεται λόφος Βελισσαρίου, καθώς και το στρατόπεδο και το γυμνάσιο που βρίσκονται στον ίδιο λόφο, στην είσοδο της πόλης.
Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα για το θάνατο του ήρωα στη μάχη του Κιλκίς.


Μοιριολογούνε τα βουνά, η Τζουμαγιά στη Θράκη.
Μοιριολογούν οι Έλληνες, κλαίνε τον ταγματάρχη.
Τί το κακό που πάθαμε, το Βελισσάρη χάσαμε!
Κλάφτε αϊτοί το σταυραετό, κλάφτε το Βελισσάρη.
Κλάφτε κι εσείς ευζώνοι μου τ' ατρόμητο λιοντάρι.
Κλάψετ' αϊτοί και σταυραϊτοί, κλάψτε το Βελισσάρη.
Κλάψε κι εσύ Ευζωνικό, το πρώτο παληκάρι.
Μες στην φωτιά, ορθός επολεμούσε,
κι όποιος τον πρωτογνώρισε, το Χάρο αψηφούσε.
Οι Τούρκοι όταν άκουγαν, πως είν' ο Βελισσάρης,
καλύτερα το είχανε ο Χάρος να τους πάρει!

Για το τέλος αφήσαμε ένα σημαντικό αλλά και σχετικά άγνωστο κομμάτι που είναι οι εθελοντές, οι οποίοι πήραν μέρος στον αγώνα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων και πολέμησαν στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου υπηρετώντας πιστά τα ιδεώδη της ελευθερίας και του αλτρουισμού, θέλοντας να τους τιμήσουμε ιδιαίτερα και να τους πούμε ένα μεγάλο και ειλικρινές «ευχαριστώ!»


Με την κήρυξη του πολέμου παρουσιάζεται ένα νέο ρεύμα εθελοντισμού, πολύ πιο έντονο από αυτό του Μακεδονικού αγώνα, τόσο από το εσωτερικό της ελεύθερης αλλά και της υπόδουλης Ελλάδας, όσο και από το εξωτερικό.
Αυτά τα εθελοντικά σώματα αναφέρονται σε πολλά ιστορικά κείμενα σαν πρόσκοποι, αλλά ήταν στρατιωτικά τμήματα, άλλα εκπαιδευμένα και άλλα όχι, με αρχηγό και αξιωματικούς, οπλισμό, οργάνωση και αποστολή και σε πλήρη συνεργασία με τον τακτικό ελληνικό στρατό και τα οποία συνέβαλλαν τα μέγιστα στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων και της Ηπείρου.
Τα εθελοντικά σώματα που έδρασαν στην περιοχή της Ηπείρου ήταν:


1. Το μεικτό απόσπασμα Ηπείρου του υπολοχαγού Δημητρίου Μπότσαρη με δύναμη 500 Σουλιωτών.


2. Τα Σώματα Κρητών Οπλαρχηγών που έδρασαν στην περιοχή του Σουλίου για τον έλεγχο της μοναδικής ατραπού από Τσερίτσανα προς τα δύο Βουνά, της Ολύτσικας και της Δωδώνης.


3. Το απόσπασμα του Σπυρομίλιου στη Χειμάρρα.


4. Τα σώματα του Συνταγματάρχη Κόρακα και η Φάλαγγα Μετσόβου στην πλευρά του Μετσόβου και του Ζυγού.

5. Το σώμα των Ελλήνων Ερυθροχιτώνων, γνωστών ως Γαριβαλδινών, του γέροντα Ριτσιώτη Γαριβάλδη που ήλθε από την Ιταλία. Σ΄ αυτό κατατάσσεται με 70 Κερκυραίους εθελοντές και ο ευγενής Κερκυραίος βουλευτής και ποιητής Λορέντζος Μαβίλης ο οποίος ξεψυχώντας μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του στο Δρίσκο στις 23 Νοεμβρίου 1912 είπε την αθάνατη φράση:

"Δεν ήλπιζα τέτοια τιμή, να δώσω τη ζωή μου για την Ελλάδα"
και του οποίου το άγαλμα βρίσκεται στην ομώνυμη πλατεία δίπλα στη λίμνη απ' όπου αγναντεύει το χιονισμένο Μιτσικέλι και το Δρίσκο και θυμίζει σε μας τους νεότερους ότι:
"η μεγαλοσύνη στα έθνη δε μετριέται με το στρέμμα,
με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα."

Στο Μπιζάνι, στο Μπιζάνι...
λόγχες ευζώνων λάμπουν,
πού 'χουνε λαχτάρα νά 'μπουν,
μες στην πόλη του Αϊ-Γιάννη.


Ποίου σπαραγμού σκηνή!
Σώμα πολεμούν με σώμα,
μα φωνάζει μια φωνή,
πως κι οι Γαριβαλδινοί
πολεμούνε με το Ρώμα.


Κι ένας γέρος, ο Μαβίλης,
ασπρομάλλης ποιητής,
ξεπροβάλλει μαχητής.


Νάτος, νάτος... φτερωτός,
στης Τουρκιάς ορμά τ' ασκέρι,
μα σκοτώνεται κι αυτός,
με γυμνό σπαθί στο χέρι.


6. Οι Κρήτες εθελοντές. σε 77 σώματα με δύναμη 3.500 άνδρες και με αρχηγούς τους Γύπαρη, Ηππίτη, Κυριάκο Μητσοτάκη, Δεληγιαννάκη, Μακρή, Σκουλά, Μάνο και άλλους.


7. Άλλοι 3.500 Κρήτες συγκρότησαν το Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών υπό τον Αντισυνταγματάρχη Συνανιώτη, (σε Κρήτες παραδόθηκε το Μπιζάνι και από Κρήτες του Συνανιώτη ακούστηκε για πρώτη φορά η ιαχή ΑΕΡΑ).


8. Τον Οκτώβριο του 1912 έφθασε στην Πρέβεζα ο Ιερός Λόχος Κρητών Φοιτητών με 240 φοιτητές οι οποίοι εντάχθηκαν στο Στρατό της Ηπείρου, (από αυτούς τους 240 αμούστακους ήρωες οι 160 έπεσαν νεκροί κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων).


9. Λόχος Κρητών δασκάλων, που εντάχθηκε στο Σύνταγμα του Ηπίτη.

9α. Ανάμεσα στους πολλούς Κρητικούς που συμμετείχαν στον αγώνα για την απελευθέρωση της Ηπείρου ήταν και ο πατέρας του συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σε ηλικία 16 χρονών έφυγε κρυφά από τα Χανιά της Κρήτης για να έρθει να πολεμήσει στο Μπιζάνι, όπου και τραυματίστηκε, ευτυχώς ελαφρά.
[Από συνέντευξη του μουσικοσυνθέτη στην εκπομπή της ΝΕΤ "ΣΤΑ ΑΚΡΑ" με τη δημοσιογράφο Βικυ Φλέσσα]

10. Στο άκουσμα του πολέμου, 225 παλικάρια που ήταν εγκατεστημένα στην Αμερική συγκρότησαν τον Ιερό Λόχο Φιλαδέλφειας, γνωστό σαν Λόχο των Αμερικάνων. Τα εγκατέλειψαν όλα προκειμένου να προσφέρουν στην Πατρίδα. Με την οικονομική συνδρομή των εκεί Ηπειρωτών μίσθωσαν επιβατικό πλοίο, αγόρασαν 4 πεδινά κανόνια και οπλισμό και το Νοέμβριο του 1912 εντάχθηκαν στο Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών του Συνανιώτη. Οι μισοί σκοτώθηκαν στην Αετοράχη.


11. Από το προσκλητήριο δεν απουσίασε η Κύπρος. Σχεδόν 2.000 Κύπριοι εθελοντές προσήλθαν και πολέμησαν στα διάφορα μέτωπα της Μακεδονίας και της Ηπείρου το 1912. Ανάμεσα στους Κύπριους αγωνιστές περιλαμβάνονται και πολλά σημαίνοντα πρόσωπα της κυπριακής κοινωνίας, όπως ο τότε αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο μητροπολίτης Μελέτιος καθώς και ο δήμαρχος Λεμεσού Χριστόδουλος Σώζος, ο οποίος σκοτώθηκε στον Προφήτη Ηλία Μανωλιάσας τον Δεκέμβριο 1912.


12. Θα πρέπει να αναφερθεί και η συνδρομή των κατοίκων της Ηπείρου, ιδιαίτερα της Λάκκας Σουλίου, στα σώματα αυτά, οι οποίοι ανέλαβαν το δύσκολο έργο της Διοικητικής μέριμνας και υποστήριξης, δηλαδή της εξεύρεσης τροφίμων, της παρασκευής φαγητού και της περιποίησης των τραυματιών. Το έργο τους ήταν πολύ δύσκολο. Τα μέσα πρωτόγονα και τα αγαθά λιγοστά.

13. Τέλος μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι και αυτή του ολυμπιονίκη Κώστα Τσικλητήρα ο οποίος αρνήθηκε να παραμείνει στα "μετόπισθεν" όταν ξέσπασε ο Α΄ Βαλκανικός πόλεμος και ζήτησε να στρατευτεί στην "πρώτη γραμμή" του πολέμου, όπου λίγους μήνες αργότερα έχασε τη ζωή του σε ηλικία 25 ετών, αφού προσβλήθηκε από μηνιγγίτιδα.


Έχουν περάσει 97 χρόνια από την εποχή εκείνη. Τα Γιάννενα του σήμερα δεν είναι πια η πόλη του 1913. Δεν είναι καν «η μικρή μας πόλη» του Δημητρίου Χατζή. Μεγάλωσαν, απλώθηκαν, ψήλωσαν, ομόρφυναν ή σε κάποιες περιπτώσεις ασχήμηναν κιόλας. Τα σπίτια κι οι αυλές έγιναν πολυκατοικίες, τα σοκάκια και τα γκαλντερίμια ασφαλτοστρώθηκαν, οι παιδικές αλάνες έγιναν πολυκαταστήματα. Η λίμνη που έγλυφε τα πόδια του κάστρου μπαζώθηκε και μίκρυνε. Η Ντραμπάτοβα στέρεψε, οι ψαρόβαρκες έγιναν μηχανοκίνητες κι οι βενζίνες καραβάκια που μεταφέρουν τους τουρίστες στο πανέμορφο νησάκι της Παμβώτιδας.
Πέρασαν πια στη μνήμη και στην ιστορία οι μέρες που οι ξενιτεμένοι Γιαννιώτες αναλογίζονταν φεύγοντας για τα ξένα:
"τάχα θα ζήσω για να ιδώ τα Γιάννενα απ' το Ντρίσκο,
κάθε λιθάρι που πατώ να σκύψω να φιλήσω;"
κι οι γλεντζέδες της Καραμπεριάς τραγουδούσαν:
" Θεέ μεγαλοδύναμε, μια χάρη σου ζητάω
να γίνει η λίμνη μας κρασί, μέσα να κολυμπάω."


Τίποτα απ' όλα αυτά δεν έχει μείνει ίδιο. Η 21η Φεβρουαρίου 1913, όμως, παραμένει οριακή χρονολογία για την ιστορία τόσο της Ηπείρου όσο και της Ελλάδας γενικότερα. Και το Μπιζάνι και τα Γιάννενα υπενθυμίζουν σε μας τους νεώτερους το καθήκον μας. Ένα χρέος διαχρονικό για την πολύπαθη πατρίδα και τον πολυβασανισμένο λαό της, ενώ θα πρέπει να αποτελούν και ένα ...


Αφιέρωμα στον Άγνωστο! Που σκοτώθηκε...Για να γεννηθούμε εμείς ελεύθεροι.