"Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας."


(Παύλος Βρέλλης)




«Δεν ήρθε πρώιμα η άνοιξη κι ουδέ το καλοκαίρι.

Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδάμε,

γιατί ελευτερωθήκανε, αητέ, τα Γιάννενά μας!»



«Την Ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία,
αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο... »
[Ιπποκράτης]





«Χριστούγεννα στο Μέτωπο»

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ
Προφυλακές Ολύτσικα Ηπείρου, 24 Δεκεμβρίου 1912


Ξαστεριά∙ κλαράκι δεν κουνιέται. Το φεγγάρι φωτίζει καθαρά, κατακάθαρα τα βουνά της Μανωλιάσας και του Ολύτσικα, που τέτοια ώρα μας φαίνονται διπλά στον όγκο και στο ύψος. Μπορεί κανείς να διακρίνει τις προφυλακές μας επάνω σ’ αυτά, σωρούς από φαντάρους ριγμένους τον ένα επάνω στον άλλο, να ξεκουράζονται στην αστροφεγγιά, που είναι γι’ αυτούς πολύτιμη∙ γιατί δεν αφήνει τους Αρβανίτες να μεταχειριστούν ένα από τους φοβερούς τρόπους που ξέρουν, τον αιφνιδιασμό, για να φτάσουν στη γραμμή και να τους επιτεθούν. Θ’ αναπαυθούν απόψε.
Πού και πού κανένας από τους στρατιώτες μας πετιέται ξαφνικά και δος του επάνω κάτω να ζεστάνει λίγο το παγωμένο του κορμί.
Το δυνατό κρύο μας περονιάζει  τα κόκαλα και κάνει τη μέση μας και τις πλάτες να πονούν.
- Μια βραδυά είναι και αυτή και θα περάσει, βρε παιδιά∙ όλοι υποφέρουν σήμερα για την πατρίδα∙ όλα θα περάσουν, είπα. Ούτε κουβέντα πια...
            Γύριζα και δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου, ότι η βραδυά εκείνη ήταν Χριστουγεννιάτικη. Από τους στρατιώτες μου κανένας δεν το είχε σκεφτεί.
            Ήμουν νευρικός και προσπαθούσα να συνηθίσω τον εαυτό μου στη συγκίνηση που θα δοκίμαζα με τη χαρά των στρατιωτών μου για κάτι έκτακτο που τους προετοίμαζα.
            Βρισκόμουν απέξω από το καλυβάκι μας, όταν άκουσα το στρατιώτη, που έγραφε ένα γράμμα, να ρωτά πόσες του μηνός είχαμε.
- Ρώτα τον κυρ λοχία, του είπε ένας.
- Είκοσι τέσσερες, του φώναξα κι αποτραβήχτηκα βιαστικός.
- Βρε παιδιά, είκοσι τέσσερες! Παραμονή Χριστούγεννα σήμερα και δεν το σκεφτήκαμε... Για σκεφτείτε, βρε παιδιά... Έφτασαν στ’ αυτιά μου τα λόγια αυτά από δέκα στόματα.
            Είχα αρκετά τραβηχτεί από το φυλάκιο, όταν είδα τους φαντάρους μου ένα ένα να βγαίνουν από το καλυβάκι και να με πλησιάζουν∙ σε λίγο ήταν όλοι γύρω μου.
- Ακούς, Χριστούγεννα, κυρ λοχία, και να μην το καταλάβωμε καθόλου. Πώς θα την περάσουν την αυριανή μέρα τα καημένα τα σπίτια μας... Αχ! δόλια μάνα!
            Και κοίταζαν ο ένας τον άλλο και όλοι μαζί εμένα. Τι ζητούσαν από μένα; Κι εγώ είχα σπίτι και μάνα∙ η αλήθεια είναι ότι εγώ ήμουν ο μόνος ανώτερος τους εκεί.
            Ήμαστε όλοι περισσότερο περήφανοι, γιατί μια τέτοια μέρα τόσο υποφέραμε∙ ήμουν ακόμη πιο ευτυχής εγώ, γιατί περίμενα έπειτα από λίγο κάτι να παρουσιάσω στους στρατιώτες μου, που από μέρες τώρα ζούσαν μόνο με ψωμί, και αυτό σαν αντίδωρο.
            Σε λίγο ένας ένας τραβήχτηκαν στο καλυβάκι, κι έμεινα μόνος.
            Χριστούγεννα! Πώς περνούσαμε άλλες χρονιές με τον πατέρα, τη μητέρα και τ’ αδερφάκια μας! Από νωρίς ψώνια και ψώνια. Τα μικρά τι χαρές! Γέμιζε το σπίτι από γέλια κι απαιτήσεις.
- Μαμά, το βράδυ να με σηκώσεις να πάω στην εκκλησία.
- Καλά, κοιμήσου τώρα, αν θέλεις να σηκωθείς.
            Πώς πεταγόμαστε τη νύχτα από τον ύπνο, όταν ακούγαμε το γλυκό, χαρμόσυνο ήχο της καμπάνας. Στο δρόμο εκείνο το βράδυ κανένας φόβος∙ ένας ένας, νέοι, γέροι, γριές, παιδιά, χωμένοι στα παλτά τους, τραβούσαν για την εκκλησία∙ αλήθεια, πώς μας άρεσε κι εμάς των παιδιών η εκκλησία εκείνο το βράδυ. Και την άλλη μέρα τι χαρά! Χριστόψωμα, γαλοπούλες, φρούτα∙ παντού εορτάσιμα ρούχα, στα σπίτι, στους δρόμους, παντού. Ούτε σχολείο εκείνες τις ημέρες ούτε τίποτε.
            Και τώρα, επάνω στον Ολυτσίκα, έχομε το κανόνι για καμπάνα και το ύπαιθρο για εκκλησία∙ κάτι είμαστε κι εμείς τώρα. Πολλές φορές ο στρατηγός θα σκέφτηκε: «και από κει καλά είμαστε ασφαλισμένοι». Και οι στρατιώτες, επάνω στη Μανωλιάσα, που τους φυλάγαμε τα πλευρά, πάντα πιο ήσυχα θα κοιμούνταν, όταν μας ένιωθαν πλάι τους.
            Τι τιμή αλήθεια.
            Καλά ήταν τα περασμένα Χριστούγεννα, αλλά τα τωρινά είναι εκείνα που δε θα ξεχάσωμε ποτέ. Οι στρατιώτες μου κοιμούνται∙ τι όνειρα να βλέπουν; Ασφαλώς οι περισσότεροι θα είναι στα σπίτια τους, μερικοί και στην εκκλησία του χωριού τους.
            Βήματα από το μονοπάτι, που είχα προσδιορίσει για την επιστροφή του Δεναξά και του Πράγια, με έκαναν να τρέξω προς τα εκεί.
- Καλώς ώρισες, Δεναξά∙ τι γίνεται, βρε παιδί; πού είναι ο Πράγιας;
- Γεια σου, κυρ λοχία∙ χρόνια πολλά∙ με το καλό στα σπίτια μας, και του λόγου σου με μακρύ σπαθί.
            Με μακρύ σπαθί∙ ώστε το καταλάβαιναν οι στρατιώτες μου, ότι κάτι μπορούσε να βγει και για μένα από τη νίκη, σκέφτηκα.
- Ο Πράγιας, κυρ λοχία, εξακολούθησε ο Δεναξάς, ψήνει  το κρέας κάτω στη ρεματιά∙ σε μια ώρα θα είναι έτοιμο∙ έξη οκάδες χοιρινό πρώτης γραμμής∙ έχομε κι αλάτι και πιπέρι∙ ένα παγούρι κονιάκ, τρία κουτιά λουκούμια και δυο ψωμιά χωριάτικα, φίνα∙ μου είπε ο υποσιτιστής, ότι θα μας στείλουν και χριστόψωμα, αλλά αυτά, να σου πω, κυρ λοχία, δεν τα περιμένω∙ είδα να δουλεύουν δυο τρεις στους φούρνους, από εκείνους, που δεν έλεγαν καλημέρα σε φούρναρη στην πατρίδα.
- Άφησε τα σακκίδια, Δεναξά, απέξω από το καλύβι και πήγαινε, παιδί μου, να βοηθήσεις τον Πράγια.
            Έφυγε κι εγώ τράβηξα στο καλύβι. Τους βρήκα όλους να κοιμούνται.
- Ε, παιδιά, σηκωθείτε, τους είπα επιτακτικά∙ δε σεβάστηκα εκείνη τη στιγμή τον ύπνο τους.
            Ξαφνιασμένοι πετάχτηκαν όλοι επάνω και άπλωσαν τα χέρια στα τουφέκια.
- Τι είναι; τι τρέχει, κυρ λοχία; Είχαν συνηθίσει τόσον καιρό σε τέτοια ξυπνήματα.
- Καθίστε κάτω, τους είπα∙ αφήστε τα όπλα∙ δεν είναι τίποτε∙ κάτι ήθελα να σας πω.
            Κάθισαν ο ένας δίπλα στον άλλο, τακτοποιώντας τους μανδύες και τις παλάσκες τους, που τόσον καιρό τώρα έγιναν αναπόσπαστες από την  τουαλέττα του ύπνου τους.
- Ακούστε, παιδιά, να σας πω. Τέτοια μέρα και ώρα -ήταν περασμένα μεσάνυχτα- οι καμπάνες στα χωριά και στις πόλεις χτυπούν και οι Χριστιανοί πηγαίνουν στην εκκλησία, να γιορτάσουν τη γέννηση του Χριστού μας και να του ζητήσουν την ευλογία του. Κι εμείς εδώ επάνω, που είμαστε, δεν πάψαμε να είμαστε Χριστιανοί και να έχουμε ακόμη περισσότερη ανάγκη από τη βοήθειά του. Γι’ αυτό κι εγώ σας ξύπνησα, να κάνουμε την προσευχή μας και να πούμε κανένα χριστουγεννιάτικο τροπάριο∙ εγώ ξέρω μερικά, και, αν ξέρει και κανένας από σας, το λέει∙ δεν έκανα καλά, παιδιά;
- Καλά έκανες, κυρ λοχία.
            Γονάτισα και γονάτισαν και οι στρατιώτες μου∙ έκανα το σταυρό μου, τον έκαναν κι αυτοί με το κεφάλι κάτω.
- «Χριστός γεννάται, δοξάσατε...», ακούστηκε σιγανή, ραγισμένη από τη συγκίνηση, η φωνή μου.
            Μερικοί στρατιώτες μου σταυροκοπιούνται διαρκώς και άλλοι σταματούν για λίγο, για να ξαναρχίσουν πάλι∙ όλοι μουρμουρίζουν και βοηθούν. Τα δάκρυά μας κατρακυλούν στις άπλυτες γενειάδες μας∙ η συγκίνηση μας παραλύει τα σαγόνια και μας κόβει τη φωνή στο λαρύγγι.
            Δεν ξέρω πώς τελείωσε εκείνο το τροπάρι∙ ένας στρατιώτης αρχίζει τώρα δυνατότερα:
- «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει...».

Χαράλαμπος Βασιλογιώργης


Χαράλαμπος Βασιλογιώργης, «Χριστούγεννα στο μέτωπο»
(πηγή: Αναγνωστικό Στ΄ Δημοτικού, ΟΕΔΒ, 1939, 9-15)





Λεξιλόγιο:

προφυλακές                 =          τα μέτρα που λαμβάνονται για την ασφάλεια του στρατεύματος,
όταν αυτό σταθμεύει
αποτραβήχτηκα           =          απομακρύνομαι
αντίδωρο                     =          μικρό κομμάτι από πρόσφορο, το οποίο ο παπάς μοιράζει στο
                                                εκκλησίασμα μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας
ρεματιά                       =          στενό, μακρύ και βαθύ άνοιγμα σε ορεινό έδαφος, μέσα στο
οποίο κυλούν τα νερά χειμάρρου
φίνα                            =          εξαιρετικής ποιότητας ή μορφής· εκλεκτό
οκάδες                        =          παλαιά μονάδα βάρους
αναπόσπαστες            =          που δεν μπορούν να χωριστούν
τροπάριο                    =          λειτουργικός ύμνος


Ο πόλεμος του 1912-13
Οι επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στην Ήπειρο που άρχισαν τον Οκτώβριο του 1912 είχαν ως αντικειμενικό σκοπό την απελευθέρωση των Ιωαννίνων που συντελέστηκε την 1η  Φεβρουαρίου. Η Μανωλιάσσα ανήκει στη φυσική αμυντική οροσειρά που προστατεύει τα Γιάννενα. Και σαν τέτοια έχει υποστεί κατά καιρούς τις συνέπειες του πολέμου. Η Μανωλιάσσα πρωτοστάτησε στην απελευθέρωση της περιοχής των Ιωαννίνων. Στα 1912-13 για μισό χρόνο περίπου έγινε το επίκεντρο του απελευθερωτικού αγώνα της ενιαίας Ηπείρου.
http://www.manoliassa.gr

------------

Ευχαριστώ πολύ τη συνάδελφο Άντρη Χριστοδούλου, δασκάλα στο Δημοτικό Σχολείο Κιτίου (στη Λάρνακα της Κύπρου) που μου έστειλε το κείμενο το οποίο προτείνει το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου για να διδαχθεί επ' ευκαιρία των εορτών των Χριστουγέννων.

«Μάθημα Ιστορίας» από την Γ΄ τάξη του 16ου Δημ. Σχ. Ιωαννίνων





Μια διαφορετική (και εξαιρετική!) πρόταση προσέγγισης της σχολικής γιορτής 
για την απελευθέρωση των Ιωαννίννων 
από τους εκπαιδευτικούς του 16ου Δημοτικού Σχολείου Ιωαννίνων



«Λίγο ακόμα

θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν

τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο

τη θάλασσα να κυματίζει.

Λίγο ακόμα

να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα».




Λίγο ψηλότερα …

104 χρόνια ελεύθερα Γιάννενα - Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων


104 χρόνια ελεύθερα Γιάννενα - Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων

104 χρόνια ελεύθερα Γιάννενα “μετράμε” και τιμάμε φέτος, με ένα τετραήμερο πρόγραμμα εκδηλώσεων που συνδιοργανώνουν ο Δήμος Ιωαννιτών και η Περιφέρεια Ηπείρου.

Οι εκδηλώσεις για τα Ελευθέρια της πόλης ξεκινούν το Σάββατο 18 /2 Φεβρουαρίου και ολοκληρώνονται την Τρίτη 21/2.

Η καθιερωμένη πανηγυρική εκδήλωση του Δήμου Ιωαννιτών θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου στις 7 το απόγευμα, στην αίθουσα “Β. Πυρσινέλλας” του Πνευματικού Κέντρου.
Ομιλητής θα είναι ο συγγραφέας Μιχάλης Σπέγγος, και θέμα της ομιλίας του : «Προσπαθώντας να θυμηθούμε, να τιμήσουμε αλλά και να διδαχτούμε από την 21η Φεβρουαρίου 1913».
Θα ακολουθήσει συναυλία με την ορχήστρα του Μουσικού Σχολείου Ιωαννίνων και την Καμεράτα, ορχήστρα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων


Αναλυτικά το πρόγραμμα των εκδηλώσεων είναι το εξής:

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

12.00: Επιμνημόσυνη Δέηση στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Τσεριτσάνων και κατάθεση στεφάνων στο Ηρώο των «Αγωνιστριών Γυναικών των Τσεριτσάνων» | Δήμος Δωδώνης

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

10.30: Επίσκεψη στα οχυρά Μπιζανίου -Τοπογραφική και ιστορική ενημέρωση

11.00: «20ος Μπιζάνιος Δρόμος» Εκκίνηση από το Μπιζάνι

11.15: Επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων στον τύμβο Μπιζανομάχων -Επίσκεψη στην έκθεση φωτογραφιών από τις μάχες του πολέμου 1912-1913 στο πολιτιστικό κέντρο Μπιζανίου

12.45: Απονομή επάθλων στους νικητές του Μπιζανίου Δρόμου στην Κεντρική Πλατεία

Τοπική Κοινότητα Μανωλιάσσας| θέση «Εικονίσματα»
13.00:Εκδήλωση μνήμης και κατάθεση στεφάνων στο μνημείο των πεσόντων του Ελληνικού Στρατού και των εθελοντικών σωμάτων από όλη την Ελλάδα και την Κύπρο και των πεσόντων Μανιατών

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

09.30:Τρισάγιο και κατάθεση στεφάνων στο Στρατηγείο του πολέμου1912-13 | Χάνι Εμίν Αγά

11.00:Επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνων στο Ηρώο Μπιζανομάχων | Ιωάννινα

12.15:Τελετή στη μνήμη των «έξι παλληκαριών, που έπεσαν στον Λόφο της Δουρούτη», την παραμονή της απελευθέρωσης της πόλης και κατάθεση στεφάνων

13.00:Τρισάγιο και κατάθεση στεφάνων στον Λόφο Αβγού στον «Τύμβο των 333 Μπιζανομάχων» | Δήμος Δωδώνης

18.00:Εγκαίνια έκθεσης με τίτλο «λόγος και εικόνα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο του 19ου αι. Εικόνες, βιβλία, συγγράμματα. Τιμή στον Νίκο Ψημμένο» (Εκθεσιακός χώρος ΓΑΚ Ιστορικό Αρχείο - Μουσείο Ηπείρου )

Πανηγυρική εκδήλωση του Δήμου Ιωαννιτών | Πνευματικό Κέντρο

18:55:Πέρας προσέλευσης επισήμων και κοινού
19.00:
-Χαιρετισμός Δημάρχου Ιωαννίνων κ. Θωμά Κ. Μπέγκα
-ομιλία από τον συγγραφέα κ. Μιχάλη Σπέγγο, με θέμα: «Προσπαθώντας να θυμηθούμε, να τιμήσουμε αλλά και να διδαχτούμε από την 21η Φεβρουαρίου 1913»

-«Γιάννενα, Γιάννενα»
Συναυλία με την ορχήστρα του Μουσικού Σχολείου Ιωαννίνων και την Καμεράτα, ορχήστρα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
-Μουσική: Κώστας Λώλης -Στίχοι: Γιώργος Καψάλης, Ποιητής, Πρύτανης Πανεπιστημίου Ιωαννίνων -Ενορχήστρωση: Φοίβος Παπαδόπουλος Σολίστ: Σοφία Σπυριδούλα Ζώη, υψίφωνος Μαρία Τσιρώνη, υψίφωνος - Διδασκαλία και διεύθυνση χορωδίας Παιδαγωγικού Τμήματος Παν/μιου Ιωαννίνων: Ειρήνη Νικολάου -Διδασκαλία και διεύθυνση χορωδίας Μουσικού Σχολείου Ιωαννίνων: Μιχάλης Βακάλης -Μουσική Διεύθυνση: Γιώργος Χλίτσιος

20.15: Εγκαίνια έκθεσης ζωγραφικής του ζωγράφου-χαράκτη Χριστόδουλου Γκαλτέμη με τίτλο «Γιάννενα» | Δημοτική Πινακοθήκη

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

07.00: Εορταστικό πρωινό με τη συμμετοχή της Φιλαρμονικής του Δήμου Ιωαννιτών και της μπάντας της VIII Μεραρχίας

10.30: Δοξολογία στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Ιωαννίνων

11.10: Κατάθεση στεφάνου από τον Εκπρόσωπο της Κυβέρνησης στο Ηρώο Μπιζανομάχων Δεξίωση στο Μέγαρο της Περιφέρειας Ηπείρου

12.00:παρέλαση πολιτικών και στρατιωτικών τμημάτων

13.00:Επίδειξη από τη Στρατιωτική Μουσική του Γ΄ Σώματος Στρατού (Θεσσαλονίκης) στην πλατεία Πύρρου

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017

20.00 Βιβλιοπαρουσίαση Αλέξανδρος Μωυσής, ΤΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΝΙΣΗΜ ΛΕΒΗ Οι στερεοσκοπικές φωτογραφίες και τα ταξίδια ενός Γιαννιώτη γιατρού
Ομιλητές: Κώστας Κωστής, Καθηγητής Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας ΕΚΠΑ, Μαρία Ζουμπούλη, Επίκουρη Καθηγήτρια των Τ.Ε.Ι. Ηπείρου, Γρηγόρης Μανόπουλος Αρχαιολόγος και ο συγγραφέας Αλέξανδρος Μωυσής, Συγγραφέας του βιβλίου
Μουσικό πρόγραμμα με τη μεσόφωνο Ιωάννα Φόρτη, την πιανίστρια Γεωργία Αναστάση, τον κλαρινετίστα Ελευθέριο Καραγιάννη και την Παιδική Χορωδία του Δημοτικού Ωδείου υπό τη διεύθυνση της Κωνσταντίνας Μήλια


Αίθουσα «Β.Πυρσινέλλας» Διοργάνωση: Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών

Σπάνιες φωτογραφίες από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων


Εδώ θα βρείτε συλλογές με πλούσιο φωτογραφικό υλικό από τον αγώνα για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.





Φωτογραφίες από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων 1913 (α' μέρος)













Σκηνή ἀπό τήν ἀναπαράστασι τῆς ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ παραδόσεως,
τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ





Πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων μπορείτε να βρείτε στη σελίδα: «21 Φεβρουαρίου 1913 - Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων» στο facebook






Αναπαράσταση της παράδοσης των Ιωαννίνων. Και οι δύο άνδρες είναι πεζοί.
Ο Εσάτ πασάς παραδίδει με σκυφτή την κεφαλή το ξίφος του στον Κωνσταντίνο.
Πίσω του στέκονται οι Τούρκοι άοπλοι εφόσον έχουν καταθέσει τα όπλα τους



Από το πολεμικό Μουσείο


























Το πρωτόκολλο της παράδοσης των Ιωαννίνων (21 Φεβρουαρίου 1913)

Το πρωτόκολλο της παράδοσης των Ιωαννίνων (21 Φεβρουαρίου 1913)



(Επιστολικό δελτάριο. Διαστ. 136Χ89 χιλ.Αναπαράσταση της παράδοσης της πόλης των Ιωαννίνων από τον Εσάτ πασά στο Διάδοχο. Εδώ δίνεται έμφαση στη νίκη του Κωνσταντίνου που παριστάνεται έφιππος, ενώ ο Εσσάτ πασάς στέκεται μπροστά του πεζός και ταπεινωμένος, κλίνων την κεφαλή του, με το πρωτόκολλο παράδοσης ανά χείρας).
Στις 21/2 τα μεσάνυχτα υπογράφτηκε το πρωτόκολλο της παράδοσης των Ιωαννίνων. Εν ονόματι της Α.Β.Υ. Του διαδόχου υπέγραψαν οι λοχαγοί του Γενικού Επιτελείου κ.κ. Στρατηγός και Μεταξάς και ο τέως διοικητής Ιωαννίνων Βαχήπ Μπέης.
Ο Κωνσταντίνος με το ακόλουθο τηλεγράφημα ενημερώνει. Τον πατέρα του, Βασιλιά Γεώργιο Α΄ για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων:
«ΕΜΙΝ ΑΓΑ σημ. 21 Φεβρουαρίου 1913
Α.Μ. Βασιλέα . Θεσσαλονίκη.
«Αλωθέντος υπό του ελληνικού στρατού ολοκλήρου του δυτικού μετώπου του φρουρίου των Ιωαννίνων και κυκλωθείσης της γραμμής των ερεισμάτων του Μπιζανίου και Καστρίτσης ο Εσάτ Πασσάς μοι εδήλωσε την στιγμήν ταύτην ότι ο στρατός του παραδίδεται αιχμάλωτος πολέμου. Λεπτομερείας μεγάλης νίκης του ανδρείου στρατού μας τηλεγραφήσω προσεχώς.
Κωνσταντίνος Διάδοχος»
.
Οι ιππείς του Πιερράνου του Σούτσου και του Μαυρομιχάλη ήταν οι πρώτοι που μπήκαν στην πόλη, ενώ το πρωί κυμάτιζε στα οχυρώματα του Μπιζανίου η ελληνική σημαία. Ακολούθησε για αρκετές ώρες η παράδοση των όπλων του Οθωμανικού στρατού. Περί τις 33.000 άνδρες αφοπλίστηκαν εκείνη την ημέρα. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος ανέβηκε στο Γενικό παρατηρητήριο του Πυροβολικού ακριβώς στο σημείο εκείνο που πριν λίγο έλειψε να τραυματιστούν ο ίδιος και Πρωθυπουργός Βενιζέλος που είχε επισκεφτεί την περιοχή.
.
.
(Το τηλεγράφημα του Διαδόχου Κωνσταντίνου προς τον Βασιλέα Γεώργιο στη Θεσσαλονίκη και τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο στην Αθήνα με το οποίο τους ενημερώνει λεπτομερώς αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για τηλεγράφημα, σχετικά με την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.
Επίσης, τη Διαταγή του Κωνσταντίνου με την οποία εκφράζει την ευαρέσκειά του για τα λαμπρά κατορθώματα του ελληνικού στρατού στα Ιωάννινα.)
(Επιστολικό δελτάριο. Διαστ. 142Χ91 χιλ. Ζωγραφική αναπαράσταση της εισόδου του Διαδόχου Κωνσταντίνου και του Ελληνικού στρατού στα Ιωάννινα. Ελληνικές σημαίες κυματίζουν και ο ενθουσιασμός του κόσμου είναι ολοφάνερος).
.

Φωτογραφική έκθεση με θέμα: «190 χρόνια στρατιωτικής μουσικής»




ΑΦΑΝΗΣ ΗΡΩΣ στον πόλεμο για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων

[Κείμενο που μας έστειλε ο φιλόλογος καθηγητής από τη Χίο, κ. Λεωνίδας Πυργάρης, τον οποίο και ευχαριστούμε πάρα πολύ!]


 ΑΦΑΝΗΣ ΗΡΩΣ

   Εἷς ποιμὴν ἐκ Δωρίδος, διωκόμενος ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης δι’ ἀδίκημα κατὰ τῆς ἐξουσίας, ἀναγκάζεται νὰ ἑκπατρισθῇ καὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν τουρκοκρατουμένην τότε Ἤπειρον…

...Σιγὰ - σιγὰ τὰ χρόνια ἐπέρασαν. Κάτω ὅμως ἀπὸ τὸν ζυγόν, ὅπου διὰ μιᾶς μετεφέρθη, ἔπειτα ἀπὸ τὸν ἐλεύθερον ἀέρα τοῦ πατρικοῦ τόπου, ὁ βίαιος βουνίσιος δὲν ἄργησε νὰ ἐννοήσῃ τί εἶναι τὸ ἀγαθὸν ἐκεῖνο, ποὺ δὲν ἐξετίμα εἰς τὴν πατρίδα του. Ἡ πρώτη βρισιά, ποὺ ἐδέχθη κατάμουτρα ἀπὸ ἕνα βάρβαρον μπέην, τὸ πρῶτον κτύπημα εἰς τὴν ράχιν ἀπὸ τὸ μαστίγιον ἑνὸς ζαπτιέ*, τὸ ἀδιάκοπον σκύψιμον ἐμπρὸς εἰς τὸν τύραννον, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο πλέον ὁ φιλελεύθερος ἑλληνικὸς νόμος, ἔκαμαν σωτήριον ἐντύπωσιν εἰς τὴν ψυχήν του καὶ ἐδάμασαν τὸν χαρακτῆρά του. Ὁ ἀπείθαρχος, ὁ ἀρειμάνιος*, ὁ περιφρονητῆς τῆς ἰσοπολιτείας σιγὰ - σιγὰ ἐσφυρηλατήθη εἰς μετρημένον, ὑπολογιστικὸν ἄνδρα κάτω ἀπὸ τὴν δουλείαν καὶ τὸ βούνευρον*. Ἐκεῖ μόνος ἐννόησε τὰ ἀγαθά, ποὺ εἶχε, ποὺ περιεφρόνησε, ποὺ ἔχασεν εἰς τὴν στοργικὴν πατρίδα. Ἀλλ’ ἦτο πλέον ἀργά. Καὶ σιγὰ - σιγὰ ἐννόησεν ἀκόμη τὸν πόνον τῆς γῆς, ὅπου ἐγεννήθη, τῆς γῆς, ὅπου ἔθαψε τοὺς ἰδικούς του καὶ ὅπου τὸν συνέδεσαν τὰ γλυκύτατα χρόνια τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ὅπου οἱ ἄνθρωποι ὁμιλοῦν, σκέπτονται, ἔχουν τὰ ἴδια ἰδεώδη μὲ ἡμᾶς, ἀγαποῦν καὶ μᾶς συλλογίζονται. Τώρα θὰ ἔδιδε καὶ αὐτὸς, δὲν ἥξηερε τί, διὰ νὰ ἠμποροῦσε νὰ ξαναήρχετο, νὰ ξανάβλεπε μίαν μόνον στιγμὴ τὴν γαλανὴ βουνοκορφὴν τοῦ Παρνασσοῦ, τὶς γυμνὲς πλαγιές, ποὺ ὡδηγοῦσε τὰ κατσίκια του. Θὰ ἔδιδε χρόνια τῆς ζωῆς του διὰ μίαν Κυριακὴν πρωί, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν, ἢ ἕνα ἥσυχον ἀπόγευμα εἰς τὴν μακρινήν του στάνην, ὅταν ἄρμεγε κατὰ σειρὰν τὰ ἀσπρόμαλλα πρόβατά του καὶ ἐγέμιζε μὲ χιονάτο γάλα τὶς καρδάρες του. Καὶ ὁ πόνος αὐτὸς τὸν ἔκαμε νὰ προσκολλᾶται μὲ κάποιαν ἀπελπισίαν εἰς ὅ,τι ἔβλεπε νὰ τὸν πλησιάζῃ εἰς τὴν μακρινὴν πατρίδα, ἀνθρώπους, σκέψεις, ἄψυχα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα διὰ τὰ νοσταλγικὰ μάτια του ἔπερναν ψυχὴ καὶ φωνήν. Ἀπὸ πολίτης φιλήσυχος τώρα ἐγίνετο καὶ πατριώτης.

Σιγὰ - σιγὰ ἡ ἐπιχείρησίς του προώδευσεν. Ἀπὸ ἀγωγιάτης κατώρθωσε νὰ ἀγοράσῃ ἁμάξι. Τὴν εἰρηνικήν του ζωὴν ἦλθεν ἔξαφνα νὰ διακόψῃ ὁ πόλεμος τοῦ 1912. Οἱ Ἕλληνες, οἱ δικοί του, ἡ ἴδια μακρινὴ πατρίδα, ἤρχετο ὁλοζώντανη ἐκεῖ νὰ τὸν εὕρῃ. Μεταμορφωμένος τότε καὶ ὲκεῖνος ὁ ἀδάμαστος Δωριεὺς διέσχισε μίαν νύκτα τὰς γραμμὰς τῆς ἀμύνης καὶ μὲ τὸ μάουζερ ἑνὸς ἐχθροῦ, ποὺ ἀφώπλισε μέσα εἰς τὴν χαράδραν, ἔφθασεν εἰς τοὺς εὐζώνους, τοὺς συντρόφους του. Ὅλον τὸν καιρὸν τῆς πολιορκίας τῶν Ἰωαννίνων ὑπέμεινε τὴν πεῖναν, τὰς στερήσεις τὸ φαρμακερὸ κρύο, μὲ τὴν φτερωμένη ἐλπίδα νὰ μπῆ νικηφόρος κι αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς δικούς του εἰς τὰ Γιάννινα!
Ἄ! τὰ Γιάννινα, αὐτὰ τὰ Γιάννινα!...

Τὸ μάτι του δὲν ἄφηνε τοὺς μακρινοὺς ἄσπρους μιναρέδες, ποὺ ἐζωγραφίζοντο μικροσκοπικοὶ μέσα εἰς τὴν ὁμίχλην κοντὰ εἰς τὴν γαλανάδα τῆς λίμνης. Καὶ ἐπὶ τέλους τὰ Γιάννινα ἔπεσαν καὶ ἐμβῆκε κι αὐτὸς ἐνθουσιῶν θριαμβευτής, μὲ τὴν κεφαλὴν ὑψηλὰ εἰς τὸν τόπον, ὅπου τὸ βούνευρον τὸν εἶχε συνηθίσει νὰ σκύπτῃ.

Αἱ πρῶται ἡμέραι ἐπέρασεν μὲ τὴν φρενίτιδα τῶν ἐπινικείων, τὰ προσδεξίματα, καὶ τὰ γλέντια τῶν παλαιῶν φίλων του. Ἐπειτα ὅμως ἐσκέφθη νὰ ξαναπιάσῃ τὴν ἐργασίαν του. Ἀλλὰ τὸ ἁμάξι του εἶχεν ἐπιταχθῆ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Χωρὶς νὰ λυπηθῇ τότε, καὶ χωρίς νὰ διστάσῃ, ἐπῆγε πάλιν μισθωτός, ὅπως πρίν.
Ἡ ἐργασία του ἐξηκολούθησεν ἥσυχα κάμποσους μῆνας, ἕως ὅτου μίαν ἡμέραν δύο χωροφύλακες τὸν ἐκατέβασαν ἀπὸ τὸ ἁμάξι, τοῦ ἔδειξαν ἓν ἔντᾳλμα συλλήψεως καὶ τὸν ἐμπαρκάρισαν μὲ τὸ πρῶτον ἀτμόπλοιο διὰ τὸν Πειραιᾶ. Εἰς τὴν μέθη τῆς ἐλευθερίας εῖχε λησμονήσει ὅτι ἄλλοτε ὑπῆρξεν ἔνοχος ἀπέναντι τῆς θεᾶς αὐτῆς ποὺ ἐλάτρευε τώρα. Τώρα, εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ δικαστηρίου, σκυμμένος ἐμπρὸς εἰς τὰ ζευγάρια τῶν ματιῶν, ποὺ βαραίνουν ἐπάνω του, ἀκούει τὰς καταθέσεις διὰ τὸ παλαιὸν ἔγκλημά του.
Ὅταν τὸν ἐκάλεσαν ν’ ἀπολογηθῇ, εὗρε μόνον δύο, τρία τραυλισμένα λόγια, ποὺ εἶπε μὲ χαμηλωμένα μάτια:
- Ἔφταιξα... Ἔκαμα τὸ κακό. Ἀπὸ τότε ὅμως μετανόησα μὲ τὴν καρδιά μου... Συγχωρῆστε με.

Ὁ εἰσαγγελεύς, ἀμείλικτος* ὅπως ὁ νόμος, ὁ ὑπερασπιστὴς αὐτὸς τῆς ἀδικουμένης κοινωνίας, ἐζήτησε τὴν τιμωρίαν. Ἐνῷ ὅμως ἐπρόκειτο ν’ ἀποσυρθῇ τὸ δικαστήριον εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν διασκέψεων, θόρυβος ἠκούσθη εἰς τὴν εἴσοδον καὶ ἕνας κλητὴρ ἐφάνη νὰ πλησιάζη τὸν πρόεδρον καὶ νὰ τοῦ ὁμιλῆ διὰ κάτι βέβαια ἐντελῶς ἀσυνήθιστον, ὅπως ἐφαίνετο ἀπὸ τὴν ἔκφρασίν του. Ὁ κατηγορούμενος προσήλωσε τὰ μάτια του εἰς τὴν σκηνὴν αὐτήν, σὰν κάποιαν τελευταίαν καὶ ἀπρόοπτον ἐλπίδα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἤξευρε τί ἔπρεπε νἀ περιμένῃ ἢ νὰ ζητῇ· Ἐν τῷ μεταξὑ ἡ ἔκπληξις ἐφάνη νὰ ζωγραφίζεται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ προέδρου.

Ὁ μητροπολίτης Δαφνοκάστρου, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλοφυεστέρους ἱεράρχας τῆς ἀμφισβητουμένης, Ἠπείρου, μόλις φθάσας ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Σαράντα, ἐζήτει νὰ μαρτυρήσῃ εἰς τὸ δικαστήριον διὰ τὸν κατηγορούμενον.
Μ’ ὅλην τὴν παρατυπίαν* τοῦ πράγματος, τιμῆς ἕνεκεν, τὸ δικαστήριον παρεδέχθη ὁμοφώνως καὶ ὅλα τὰ βλέμματα ἐστηρίχθησαν γεμάτα περιέργειαν εἰς τὴν εἴσοδον. Ὑψηλός, ξηρός, μὲ χαρακωμένον ἀσκητικὸν πρόσωπον καὶ προώρως λευκασμένα γένεια, ἀλλὰ μάτια ποὺ ἔλαμπε κάποια φλὸξ ζωῆς συγκεντρωμένης, ὁ ἱεράρχης, στηριζόμενος εἰς τὴν ποιμαντορικὴν ράβδον, ἐπροχώρησεν εὐλογῶν. Ἔφθασεν εἰς τὴν θέσιν, ὅπου τὸν ἔφερεν ὁ κλητὴρ καὶ ἐκεῖθεν ἔφερε γύρω τὸ βλέμμα. Καὶ τὸ βλέμμα ἐκεῖνο ἔξαφνα ἐφωτίσθη ἀπὸ στοργὴν καὶ τρυφερότητα, μόλις ἐστάθη εἰς τὸ μέρος, ὅπου ἦτο ὁ κατηγορούμενος, ἐνῷ τὸ χέρι του μὲ τὴν ἱερατικὴν εὐλογίαν ὑψώνετο ἐντελῶς χωριστὰ καὶ αὐθόρμητον πρὸς αὐτόν. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐκεῖνος, διὰ μιᾶς τιναγμένος ἐπάνω, τρέμων, ἔμεινεν ἐκεῖ σὰν νὰ ἔβλεπεν εἰς αὐτὸν τὸν ἄγγελον ἐλευθερωτὴν, τὴν ἐξ ὕψους ἀντίληψιν καὶ σωτηρίαν.

Ὁ μητροπολίτης, ὄρθιος ἐμπρὸς εἰς τὸ ὄρθιον ἀκροατήριον, ἦλθεν ἀμέσως εἰς τὸ θέμα.
Μόλις ἔμαθε κατὰ τύχην τὴν δίκην ἐκεῖ ἐπάνω, ἐπῆρε τὸ πρῶτον ἀτμόπλοιον ποὺ εὗρε, καὶ εὐτυχῶς ἔβλεπεν ὅτι ἔφθασεν ἐν καιρῷ. Δὲν ἤξευρε τί ἦτο ἄλλοτε ὁ κατηγορούμενος, οὔτε ἤθελε νὰ τὸ μάθῃ. Ἐκεῖνος εἶχε καθῆκον καὶ ἤθελε νὰ εἴπη τί τὸν ἐγνώρισε δέκα ἔτη τώρα.

Καὶ ἤρχισε τότε μία μακρὰ καὶ παθητικὴ ἱστορία χρόνων ὁλοκλήρων. Ἕν τμῆμα τῆς ἱστορίας, ποὺ ἐγράφη μὲ αἷμα καὶ θυσίας μέσα εἰς ἐπιβουλάς*, κινδύνους καὶ ἀδιάκοπον καθημερινὸν ἀγῶνα μὲ τὸν ἐχθρὸν διὰ τὴν διαφύλαξιν τῆς ἑλληνικῆς Ἠπείρου. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ γίνουν χωρὶς ἀνθρώπους ἀφωσιωμένους, μὴ γνωρίζοντας φόβον. Ἤρχετο λοιπὸν νὰ εἴπη δι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὸ ἐδώλιον* τοῦ κατηγορουμένου. Ἦσαν ὅπλα, διὰ νὰ μεταφέρουν; Ἦσαν θύματα, διὰ νὰ φυγαδεύσουν; Ἦτο ἐπικίνδυνος ἀλληλογραφία νὰ στείλουν; Πληγωμένους ἀπὸ συγκρούσεις νὰ φέρουν εἰς ἀσφαλὲς μέρος; Ἦτο ἀνάγκη ὁδηγοῦ διὰ ἐπαναστατικὰ σώματα;
Αὐτὸς ἦτο πάντοτε ἐκεῖ, ταχύς, πρόθυμος ἀκατατόνητος, πάντοτε ἕτοιμος νὰ κινδυνεύσῃ καὶ νὰ θυσιασθῇ. Καὶ αὐτὸ δέκα ὁλόκληρα ἔτη, μίαν ὁλόκληρον ζωήν, ἕνα ὁλόκληρον ἀγῶνα μυστικόν, σιωπηλόν, ἐπίμονον, χωρὶς διακοπὴν καὶ χωρὶς ἀνάπαυσιν.
Καὶ ἦτο ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ὄχι μόνον δὲν ἐζήτησε ποτὲ τὸ παραμικρὸν δι’ ἑαυτόν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ὁ θυσιάζων καὶ ἐκ τῶν ἰδικῶν του, ὁ ἀφωσιωμένος ὑπηρέτης τῆς ἰδέας, ὁ πρόθυμος στρατιώτης, ὁ ἕτοιμος νὰ ὁρμήση πρῶτος εἰς τὸν κίνδυνον, διὰ νὰ ἐπανέλθη ἀμέσως μετὰ τοῦτον, ταπεινός, ἀθόρυβος εἰς τὴν ἀφάνειαν καὶ τὴν σκιάν.

Δι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον ἦλθε τώρα νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὸ δικαστήριο, εἰς τοὺς Ἕλληνας δικαστάς. Αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον ἦλθε νὰ ζητήσῃ ἀκόμη ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους, διότι τὸν χρειάζεται ἀκόμη, διότι ὁ ἀγὼν δέν ἐτελείωσεν, ἀρχίζει πάλιν. Καὶ τὸν ζητεῖ ἐν ὀνόματι τοῦ ἐλέους, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, συγχωρῶν αὐτός, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ, κάθε ρύπον καὶ κάθε ἁμαρτίαν.

Τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ ἱεράρχου ἔπεσαν σὰν μεγαλόπρεπο κήρυγμα κάποιας βουλήσεως ἀνωτέρας, μέσα εἰς βαθεῖαν σιωπὴν ἀπὸ ἀνθρώπους συγκινημένους, θαμβωμένους, φρίσσοντας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἐξωτερικεύσουν τὴν συγκίνησιν παρὰ μόνον μὲ τὴν ἰδίαν νεκρικὴν σιγήν.

Ἀλλὰ ἀμέσως ἡ σιγὴ αὐτὴ ἐξέσπασεν σὰν ἀπὸ θάλασσα ἀναταραγμένη ἀπὸ τὴν ὁρμὴν τοῦ μελτεμιοῦ.
- Χάριν!... Ὅλοι ἐζήτουν χάριν!
- Ἀθῷος! ἠλάλαξε τὸ ἀκροατήριον.
Οἱ ἔνορκοι ἀμέσως τότε ἀπεσύρθησαν καὶ μετ’ ὀλίγον ἐξέδωκαν ὁμοφώνως τὴν ἐτυμηγορίαν των, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κατηγορούμενος ἐκηρύσσετο ἀθῷος παμψηφεί.
Τὸ πλῆθος τότε φρικιάζον, τρέμον, οἰστρηλατούμενον* ἀπὸ τὸν κραδασμὸν τῶν νεύρων του, ἐσήκωσε τὸν θόλον τοῦ δικαστηρίου μὲ μίαν συντονισμένην ζητωκραυγήν...

Καὶ ἐνῷ ὁ ταπεινὸς δοῦλος ἔπεφτε μὲ πνιγμένα ἀναφιλητὰ εἰς τὰ πόδια τοῦ δεσπότη του ἀγκαλιάζων μὲ δακρυσμένα φιλήματα τὸ μαῦρον ράσον, ὅλον τὸ πλῆθος ὁρμοῦσε νὰ φιλήση καὶ αὐτό, νὰ εὐχαριστήσῃ τὸ ρυτιδωμένο ἐκεῖνο χέρι, τὸ ὁποῖον ἤξευρε τόσον καλὰ νὰ προτάσσεται διὰ τὸ ποίμνιόν του, ὅπως διὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν πατρίδα.

Περιοδ. «Παναθήναια» 1913 - 1914 Ἄγγ. Τανάγρας

(Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ, Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ν. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ,ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1966, σελ. 193-198)

«Τα Χρόνια της Δόξας», Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913






Ένα χρονικό των Βαλκανικών Πολέμων, με πλούσιο αρχειακό υλικό.
Μετά από το 19ο λεπτό «Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων»




Πώς ένας λοχίας αιχμαλώτισε ολόκληρη τουρκική πυροβολαρχία!



Ο Λοχίας Θεόδωρος Γκούτας υπηρετούσε στο 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων (Διοικητής Συνταγματάρχης Παπαδόπουλος Διον.) και ήταν γιός παλαιού οπλαρχηγού του Ολύμπου και μυθικού ήρωος της περιοχής.


Διακρίθηκε για πρώτη φορά στη μάχη των Γιαννιτσών, όταν αιχμαλώτισε μία ολόκληρη Τουρκική πυροβολαρχία. Η πυροβολαρχία αυτή που αμυνόταν στο χωριό Πυλωρύγι (τότε Πύλορικ) μετά την έφοδο των Ευζώνων κατόρθωσε να φορτώσει το υλικό της και να υποχωρήσει "δρομέως" προς ανατολάς. Κατά την κίνησή της όμως προσέκρουσε στο Ευζωνικό τμήμα που διοικούσε ο Λοχίας Γκούτας, ο οποίος την συνέλαβε και προς γενική κατάπληξη πάντων την οδήγησε σε φάλαγγα στον Διοικητή της Μεραρχίας Συνταγματάρχη Μηλιώτη Κομνηνό. Με την έγκριση του Συνταγματάρχου Παπαδόπουλου είχε σχηματίσει Διμοιρία (25-30 ανδρών) από εκλεκτούς Ευζώνους που αποτελούσε είδος τιμητικής φρουράς του Συνταγματάρχου.

Κατά την (αποτυχούσα τελικά) επίθεση της 7ης Ιανουαρίου κατά του Μπιζανίου το Σύνταγμα των Ευζώνων έχει καθηλωθεί σε μια χαράδρα από δύο εχθρικά πολυβόλα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει την επίθεση του.




"... Ο Παπαδόπουλος, κατέρυθρος εξ οργής, φωνάζει προς τον υπασπιστή του Δημητρακόπουλο "Βρε Γιάννη φώναξέ μου τον Σύνδεσμον του Τάγματος" ... Προσελθόντος του Συνδέσμου, ο Συνταγματάρχης του λέγει: "Τρέξε να μου φέρεις τον Γκούτα" και ο θαυμάσιος δεκανεύς Εύζωνος εξηφανίσθη ταχέως καλυπτόμενος από τον πυκνό θάμνο προς τα αριστερά. Μετ' ολίγον χρόνον δια της αυτής οδού επανήλθεν ακολουθούμενος από τον περιβόητο Λοχία Θεόδωρο Γκούτα. 'Ητο μετρίου αναστήματος, ισχνός με μικρούς μέλανας οφθαλμούς και μικρόν αγκιστροειδώς εστριμμένο μύστακα. Μόλις προσήλθεν ενώπιον του Συνταγματάρχου ο τελευταίος τον διέταξεν: "Αυτά τα πολυβόλα εκεί πάνω μας γίνανε τσιμπούρι. Να τους βάλεις χέρι". Και ο Λοχίας Γκούτας φέρων την δεξιά στο φεσάκι του απαντά: "Μάλιστα κύριε Συνταγματάρχα" και εξαφανίζεται έρπων σχεδόν δια μέσου των βάτων. "Θα τα πάρη αυτός" απεφάνθη μετά πεποιθήσεως ο Παπαδόπουλος.
Εν τη ακμή της μάχης, ο Διοικητής του Συντάγματος διατάσσει αφελέστατα ένα απλούν Λοχία να του κυριεύσει τα πολυβόλα του εχθρού. Το έτι καταπληκτικώτερον είναι ότι ο Γκούτας μετ' ολίγον είχε κυριεύσει τα δύο εχθρικά πολυβόλα, των οποίων το πυρ διεκόπη αιφνιδίως.
Ο Λοχίας Γκούτας τον οποίον εσεβάσθησαν αι εχθρικαί σφαίρες κατά τας μάχας, έπεσε την εσπέρα της ιδίας ημέρας δολοφονηθείς ανάνδρως υπο φανατικού Τούρκου τραυματίου. Μεγαλόψυχος, όπως όλοι οι γενναίοι, επλησίασεν Τούρκο τραυματία εις τον οποίον έδωκε να πίη εκ του υδροδοχείου του, και τότε ο άθλιος εκείνος υψώσας το παρακείμενο όπλο του επυροβόλησε, τραυματίσας καιρίως τον Λοχία στην βουβωνική χώρα. Ο αετός του Ολύμπου πριν αποθάνει εξεδικήθη, διότι αναρπάσας την ξιφολόγχην του κατέσφαξε τον άθλιον δολοφόνο. Μέ έρανο μεταξύ των αξιωματικών ανηγέρθη μαρμάρινος σταυρός στον τάφο του Λοχία Γκούτα στη Λάζαινα Ιωαννίνων ..."


Αναδημοσίευση από το onalert 

http://www.onalert.gr/stories/Pos_enas_loxias_mas_aixmalotise_oloklhrh_toyrkikh_pyrobolarxia_Afieroma_sto_191213

Σχολική γιορτή για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων



Σχολική γιορτή για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων

«Δεν ήρθε πρώιμα η Άνοιξη κι ουδέ το Καλοκαίρι.
Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδάμε,
γιατί ελευθερωθήκανε, αητέ, τα Γιάννενά μας!»


Τα Γιάννενα μετρούν σήμερα 103 χρόνια ελεύθερης ζωής. Η 21η Φεβρουαρίου του 1913 ήταν η μέρα που ξύπνησαν οι κάτοικοι της ιστορικής πόλης, της πόλης των θρύλων και των παραδόσεων, των γραμμάτων και του πολιτισμού, με τη μεθυστική γεύση της ελευθερίας στην καρδιά τους και την ανείπωτη χαρά της ανεξαρτησίας στην ψυχή τους.

Την 21η του Φλεβάρη, και κάθε τέτοια μέρα, όχι μόνο η Ήπειρος, αλλά ολάκερη η Ελλάδα πανηγυρίζει την ιστορική επέτειο της απελευθέρωσης -από τον τουρκικό ζυγό-  της πόλης που έγινε συνώνυμο του αγώνα για τη λευτεριά.

Τα Ιωάννινα καταλαμβάνονται ειρηνικά από τους Οθωμανούς το 1431 με τον Σινάν Πασά (22 χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης που έγινε στις 29 Μαΐου του 1453), και εγκαθιδρύεται η τουρκική κυριαρχία που διαρκεί 482 χρόνια.

Χρόνια δύσκολα και μαύρα. Πολλές γενιές Ηπειρωτών γεννήθηκαν και πέθαναν μέσα σε «πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι», λαχταρώντας μια αχτίδα φωτός, ένα σημάδι λευτεριάς, όπως μας τραγουδάει και ο ποιητής μας Αριστοτέλης Βαλαωρίτης:


Επέσανε τα Γιάννενα
σιγά να κοιμηθούνε,
εσβήσανε τα φώτα τους,
εκλείσανε τα μάτια.

Η μάνα σφίγγει το παιδί
βαθιά στην αγκαλιά της,
γιατί 'ναι χρόνοι δύστυχοι
και τρέμει μην το χάσει.

Τραγούδι δεν ακούγεται,
ψυχή δεν ανασαίνει.
Ο ύπνος είναι θάνατος
και μνήμα το κρεβάτι.
Κι η χώρα κοιμητήριο
κι η νύχτα ρημοκλήσι.


Άγρυπνος ο Αλή-πασάς,
ακόμη δε νυστάζει,
και σ' ένα δέρμα λιονταριού
βρίσκεται ξαπλωμένος.

Το μέτωπό του είναι βαρύ,
θολό, συννεφιασμένο
και τό ΄βαλεν αντίστυλο
το χέρι του, μην πέσει.

Χαϊδεύει με τα δάχτυλα
τα κάτασπρά του γένια,
που σέρνονται στου λιονταριού
τη φοβερή τη χαίτη.

Αγκαλιασμένα τα θεριά,
σου φαίνονται πως έχουν
ένα κορμί δικέφαλο ,
το μάτι δε γνωρίζει,
ποιο τάχα να ’ν’ το ζωντανό
και ποιο το σκοτωμένο.

Στην άκρη στο παράθυρο,
σιωπηλός προσμένει
και τρομαγμένος τον θωρεί
ο φίλος του ο Ταχήρης.

Άρθρο του δημοσιογράφου εκείνης της εποχής, Γιώργου Χατζή:

«Πεντακόσια ολόκληρα χρόνια. Πεντακόσια λυπημένα Χριστούγεννα και πεντακόσιες θλιβερές Πασχαλιές, κανένας Ηπειρώτης δεν χάρηκε το ψωμί που έτρωγε και φαρμάκι τού γίνονταν το νερό στα χείλη, εφόσον σε ένιωθε Εσένα, ώ φιλτάτη και κλαμένη πόλη, πόλη πληγωμένη, να κάνεις δεήσεις στον Εσταυρωμένο Χριστό να σου λυπηθεί την αγωνία και τον θρήνο.
Πεντακόσια ολόκληρα χρόνια δεν έκλεισε ειρηνικά τα μάτια του κανένας προπάππους μας, και κανένας πατέρας μας δεν χάρηκε -πεντακόσια χρόνια τώρα- τα παιδιά του...»

Αυτά έγραψε ο δημοσιογράφος και λογοτέχνης Γιώργος Χατζής, στην εφημερίδα «Ήπειρος», στο πρώτο φύλλο της στις 3 Μαρτίου 1913, σ’ ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο άρθρο του. Και συνεχίζει…

«Έξω από την πόλη, χωριά ολόκληρα καίγονταν και ληστεύονταν καθημερινά από τον Τούρκικο στρατό. Γυναίκες βιάζονταν και έπειτα δέρνονταν μέχρι θανάτου. Ιερά σκεύη εκκλησιών παίρνονταν ως λάφυρα και πουλιόταν έπειτα στην αγορά των Ιωαννίνων από Λιάπηδες και Τούρκους στρατιώτες. Και ήταν τέτοιες οι πράξεις τους που προκαλούσαν μόνο φρίκη.
Μέσα στην πόλη υπήρχε διάχυτος ο φόβος και ο τρόμος. Ένα άγριο, βάρβαρο, άτιμο και πέρα από κάθε νόμο και πολιτισμό, σκληρό στρατοδικείο, καταδίκαζε και τιμωρούσε όποιον ήθελε. Πέντε έξι χαφιέδες αστυνομικοί και μερικοί Τουρκογιαννιώτες (Τούρκοι μουσουλμάνοι με μητρική γλώσσα την ελληνική) έγραφαν και μοίραζαν "ζουρνάλια" εναντίον του ενός και του άλλου, νύχτα και μέρα.

Μια κρεμάλα είχε στηθεί στο στρατοδικείο. Άλλη μια στην πλατεία. Άλλη έξω από την πόλη. Και ακούγονταν απαίσια κτυπήματα καρφιών τη νύχτα. Και το πρωί, γεμάτοι φόβο και τρόμο οι Έλληνες έκρυβαν τα δάκρυά τους και μάθαιναν τα δυσάρεστα νέα: «Σήμερα κρέμασαν έξι Χριστιανούς! Αύριο κρεμούν άλλους!»
Και το απαίσιο σχοινί δούλευε και οι απαίσιοι δήμιοι στρατοδίκες μαγείρευαν το μόνο φαγητό για την Τουρκογιαννιώτικη όρεξη: «Κρεμάλα στους Χριστιανούς!»