"Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας."


(Παύλος Βρέλλης)




«Δεν ήρθε πρώιμα η άνοιξη κι ουδέ το καλοκαίρι.

Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδάμε,

γιατί ελευτερωθήκανε, αητέ, τα Γιάννενά μας!»



«Την Ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία,
αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο... »
[Ιπποκράτης]





Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ (21/2/1913)

[Αναδημοσιεύσεις άρθρων από την εφημερίδα "ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ", σχετικών με τον αγώνα και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.]



ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ
O Ι. Βελισσαρίου και η Απελευθέρωση των Ιωαννίνων
Γράφει ο ANAΣTAΣIOΣ MΠIΓΓOΣ Eπίτιμος Σύμβουλος Φιλολόγων Iωαννίνων


Ο Iωάννης Βελισσαρίου ήταν γενναίος Αξιωματικός του ένδοξου Ελληνικού Στρατού και καταγόταν από την Κύμη της Εύβοιας. Πολέμησε με μεγάλη ανδρεία στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, αλλά κυρίως διακρίθηκε στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913). Μάλιστα πήρε μέρος στην καθοριστική και δύσκολη μάχη για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων.


Όπως είναι γνωστό, τελικό σχέδιο επίθεσης καταρτίσθηκε στις 16 Φεβρουαρίου και στις 19 (Φεβρουαρίου) το Ελληνικό Πυροβολικό άρχισε να βάλλει ασταμάτητα κατά των τουρκικών πυροβολείων και των χαρακωμάτων του τουρκικού Πεζικού. Οι Τούρκοι ανταπάντησαν με το σύνολο των πυροβόλων του Μπιζανίου χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα και προς το μεσημέρι σταμάτησαν.


Η γενική επίθεση των ελληνικών δυνάμεων εκδηλώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 20ής Φεβρουαρίου. Η 2η Μεραρχία κατέλαβε θέσεις στον Τομέα Αυγό και η Ταξιαρχία Μετσόβου στο Κοντοβράκι. Η 1η και 3η φάλαγγα του Α΄ Τμήματος Στρατιάς κατέλαβαν τα υψίστης στρατηγικής σημασίας υψώματα του Καστρίου, του Προφήτη Ηλία, του Αγίου Νικολάου και της Τσούκας, ύστερα από μεγάλο και σκληρό αγώνα. Η 2η φάλαγγα του Τμήματος κινήθηκε διά μέσου της Μανωλιάσας καταδιώκοντας τους υποχωρούντες Τούρκους προς την κατεύθυνση Ιωαννίνων και κατέλαβε την κοιλάδα της Δωδώνης, φτάνοντας μέχρι τον Άγιο Νικόλαο. Συνεχίζοντας την προέλαση έφτασε στη Ραψίστα (Πεδινή), όπου ανέτρεψε την τουρκική αντίσταση. Μάλιστα δύο ιδιαίτερα τολμηροί Αξιωματικοί, ο Ιατρίδης και ο Ιωάννης Βελισσαρίου (Διοικητές των Ταγμάτων 8ου και 9ου αντίστοιχα), συνέχισαν την καταδίωξη του εχθρού μέσα στη βαλτώδη πεδιάδα της Ραψίστας (Πεδινής) και το βράδυ έφτασαν στους λόφους του Αγίου Ιωάννη Μπουνίλας, όπου εγκατέτησαν προφυλακές για ασφάλεια και έκοψαν τα καλώδια τηλεφώνων και τηλεγράφων, νεκρώνοντας έτσι την επικοινωνία Ιωαννίνων – Μπιζανίου.


Ο Εσάτ Πασάς αναγκάστηκε (8 το βράδυ) να ζητήσει τη μεσολάβηση του Μητροπολίτη Γερβάσιου και των Προξένων για την παράδοση της πολυθρύλητης πόλης των Ιωαννίνων. Οι Πρόξενοι ανακοίνωσαν στον Κωνσταντίνο τον μεσολαβητικό τους ρόλο με έγγραφο που στάλθηκε με τους αξιωματικούς Ρεούφ και Ταλαάτ, τους οποίους συνόδευε ο Επίσκοπος Δωδώνης Πανάρετος, ως εκπρόσωπος της Μητρόπολης. Μαζί με τον ατρόμητο Ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου οδηγήθηκαν τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Φεβρουαρίου (1913) στο Γενικό Στρατηγείο Εμίν Αγά. Ύστερα από σύντομη συζήτηση συμφώνησαν την παράδοση της πόλης και των τουρκικών δυνάμεων και δόθηκαν οι σχετικές διαταγές.


Την επομένη ο ένδοξος Ελληνικός Στρατός εισήλθε θριαμβευτής στην πόλη των Ιωαννίνων και η υποδοχή ήταν πράγματι αποθεωτική. Η πόλη των Γραμμάτων και των Τεχνών σημαιοστολισμένη πανηγύριζε και ζητωκραύγαζε με ασυγκράτητο ξέσπασμα σπάνιου ενθουσιασμού για τη μεγάλη νίκη.


Τα θρυλικά Γιάννινα ήταν ελεύθερα, όπως ελεύθερη ήταν σε λίγο και όλη η πολύπαθη Ήπειρος. Η δημοτική μας μούσα επάξια τραγούδησε:


«Τα πήραμε τα Γιάννινα μάτια πολλά το λένε,
μάτια πολλά το λένε όπου γελούν και κλαίνε.
Το λεν' πουλιά των Γρεβενών κι αηδόνια του Μετσόβου
Που τάσκιαζεν η παγωνιά κι ανατριχίλα φόβου.
Το λεν' οι χτύποι κι οι βροντές το λένε κι οι καμπάνες,
Το λένε κι οι χαρούμενες κι οι μαυροφόρες μάνες.
Το λένε κι οι Γιαννιώτισσες που ζούσαν χρόνια βόγγου,
Το λένε κι οι Σουλιώτισσες κι οι βράχοι του Ζαλόγγου».






ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ
Με περηφάνια συμμετείχαμε στις εκδηλώσεις της Απελευθέρωσης...
Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΒΙΛΑΕΤΗ-ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ


Έχουν περάσει ενενήντα πέντε χρόνια που λευτερώθηκαν τα Γιάννενα κι εμείς νομίζουμε πως ήταν χθες η Μέρα που μπήκε το «Ελληνικό» στην Τουρκοκρατούμενη Πόλη, που στρώθηκαν τα φέσια χαλί στους δρόμους για να περάσουν οι απελευθερωτές μας και που βγήκαν χιλιάδες Ελληνικές Σημαίες και στόλισαν τα παράθυρα στα σπίτια, όπως μας τα πέρασαν οι γιαγιάδες μας στα παιδικά μας χρόνια.
Ποιος δεν βουρκώνει όταν ακούει τον Παιάνα της 21ης Φεβρουαρίου του 1913;


Τα πήραμε τα Γιάννενα
μάτια πολλά το λένε, μάτια πολλά το λένε
όπου γελούν και κλαίνε.
Το λεν' οι χτύποι κι οι βροντές
το λένε κι οι καμπάνες
το λένε κι οι Σουλιώτισσες
κι οι μαυροφόρες μάνες.


Το λεν πουλιά των Γρεβενών
κι αηδόνια του Μετσόβου
που τάσκιαζε η παγωνιά
και η ανατριχίλα φόβου.
Τα πήραμε! βροντοφωνεί
το κάθε παλληκάρι
τα πήραμε! τους απαντά
του θρόνου το καμάρι (Ο Στρατηλάτης Κωνσταντίνος)
ή το τραγουδημένο απʼ τα παλιά Γράμμα που στέλνει ο Φαντάρος του 1912-13 στη Μάνα του, που το τραγουδούσαμε στις σχολικές γιορτές μας:


Μάνα σου γράφω μια γραφή
και μη ρωτάς τι κάνω
στου Μπιζανιού την παγωνιά,
στο κρύο θα πεθάνω.


Μάνα μʼ ο Κωνσταντίνος μας
ωσάν παιδιά μάς έχει
και σαν αετός στο πλάι μας
και σαν πατέρας στέκει.


Μάνα μου σαν θάρθω πίσω
την Ελευθεριά θα φέρω
νικητής θε να γυρίσω
κι άλλο πια δεν θα υποφέρω.


Τοπωνυμίες στα Γιάννενα θυμίζουν την ώρα αυτή: Πλατεία Μαβίλη, για τον ήρωα ποιητή που έπεσε στο Δρίσκο, Λόφος Βελισσαρίου για τον ήρωα αξιωματικό που μπήκε πρώτος στα απελευθερωμένα Γιάννενα, οδός 21ης Φεβρουαρίου ―η παλιά είσοδος της Πόλης απʼ την Αθήνα― στην Καλούτσια, Εμίν Αγά το Στρατηγείο του Διαδόχου Κωνσταντίνου (και σε λίγο Βασιλέως), Μπιζάνι, το φοβερό οχυρό των Τούρκων που ανθίσταντο, πολιορκημένοι...


Οι γιορτές την μέρα αυτή στα Γιάννενα ήταν λαμπρές. Παρίσταντο πότε οι Βασιλείς, πότε η Πολιτική ηγεσία, Στρατηγοί.


Δοξολογία και παρέλαση, με το Ιππικό, τα Σχολεία με Εθνικές Στολές, το Ορφανοτροφείο με την αείμνηστη δ. Σφήκα, το Καπλάνειο, το Μαρούτσιο, η Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία με τους Σπουδαστές της και τα Πρότυπα Σχολεία της.


Και όταν η παρέλαση περνούσε κατεβαίνοντας την πλατεία του Διοικητηρίου, την πλατεία του Ρολογιού και έπαιρνε την Αβέρωφ και χαλάρωνε η ένταξη, ακουγόταν το εμβατήριο του Στρατού:


«Έχω μια αδερφή, μικρούλα, γαλανή, την λένε Βόρειο Ήπειρο κ.λ.π.» και μετά η Ακαδημία βροντοφώναζε τον Ύμνο της:


Περνάει η Ακαδημία μας ―καμάρι της Ελλάδος κι είναι το Φως το Ακοίμητο― Πνευματικής Λαμπάδας, Νέοι διαβαίνουν λεβεντιές και νιές όλο καμάρι βογγάει το τραγούδι τους, μαζεύεσαι απʼ τη Χάρη.


Απ' τον Αρχαίο τον Καιρό
τη Δόξα τη μεγάλη
και την τιμή την Εθνική
την έχουν οι Δασκάλοι.
Του Ρήγα τα πατήματα εμείς ακολουθούμε
του Κοραή τις Συμβουλές πιστά τις εκτελούμε.
Ο σκοπός μας Ένας είναι:
των παιδιών η Αγωγή·
και τα στήθεια μας κεντάει
Εθνική Αποστολή...


Έγραφε τους στίχους ο Ι. Κιτσαράς και δίδασκε ο Αδ. Κοννάβος...


Το απόγευμα χοροί Δημοτικοί και το βράδυ η μέρα έκλεινε φαντασμαγορικά με τη λαμπαδηφορία.


Μέσα στην απαξίωση των Εθνικών Αναμνήσεων, σιγά-σιγά ελαττώνονται οι γιορτές κι εμείς ψάχνουμε στα δελτία ειδήσεων να ακούσουμε κάποια υπόμνηση του γεγονότος ή να δούμε ένα απόσπασμα της Παρέλασης ολίγων δευτερολέπτων γιατί «ο τηλεοπτικός χρόνος είναι πολύτιμος» για να ξοδευτεί αναφερόμενος στη Λευτεριά της Πατρίδας...




ΖOΟM... στην Hπειρωτική παράδοση
Γλέπαμαν την παρέλαση του στρατού μας με λαχτάρα...
Γράφει η ΚΟΥΛΑ ΤΖΑΛΜΑΚΛΗ - ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ


Mατάρχεται 21η Φεβρουαρίου... Γυρίζω πίσω, πολλά... πάρα πολλά χρόνια πίσω!.. Τότε που πρωτοκάτσαμαν στο Κουρμανιό, φθινόπωρο καιρό, κι ήρθε κι ο Φλεβάρης...


Ως τότε, σαν ήταν καιρός που να μπορούσαν να μας βγάλουν στην πλατεία, γλέπαμαν την παρέλαση του στρατού μας, με λαχτάρα!.. Κι οι μεγάλοι που έζησαν ως υπήκοοι, χρόνια και ζαμάνια, κι εμείς που ακούγαμαν ―κι όσο μπορούσαμαν να καταλάβουμε― γιʼ αυτή την υπηκοότητα του κιαρατά... Των μεγάλων μας, δεν τους είχε περάσει ακόμα το καμάρι για κείνη τη μέρα που μπήκαν οι Έλληνες!.. Σάμπως πόσα χρόνια ήταν, που είχαν διαβεί; Ούτε είκοσι ακόμα, δεν είχαν κλείσει από κείνη τη μέρα που είχε στρωθεί η πλατεία η κάτω, από κόκκινα φέσια, που τα πέταζαν με ινάτι οι γιαννιώτες οι καψαροί...






ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ
Πώς φτάσαμε στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο και στην Απελευθέρωση των Ιωαννίνων στις 21-02-1913
[Α΄ μέρος]
Tου ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΤΕΦ. ΛΕΤΤΑ, Ταξιάρχου ε.α.


Η οδυνηρή και ταπεινωτική ήττα κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, προκάλεσε στον Ελληνικό λαό καταθλιπτική απόγνωση. Κοινή ήταν η πεποίθηση ότι, αν ο Στρατός ήταν καλύτερα οργανωμένος και εκπαιδευμένος και εξοπλισμένος, άλλο θα ήταν το αποτέλεσμα αυτού του πολέμου.


Ταυτόχρονα ο τότε πολιτικός κόσμος της χώρας, κατά τα επακολουθήσαντα τον πόλεμο και την ήττα χρόνια και σχεδόν καθʼ όλη την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, δεν κατόρθωσε να κάνει κάτι σημαντικό, που θα άλλαζε άρδην αυτή την απαράδεκτη κατάσταση.


Και τότε μερικές δεκάδες νεαρών αξιωματικών του Ελ. Στρατού συνασπίστηκαν μυστικά και αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Ένας από τους κυριότερους πρωταίτιους και αρχηγούς, ήταν ο τότε νεαρός Ανθ/γός Θεόδωρος Πάγκαλος, ο αργότερα διακεκριμένος Στρατηγός (Δημιουργός και Δ/τής της Στρατιάς του Έβρου μετά τη συμφορά του 1922 και δικτάτορας το 1925-1926). Ως αρχηγός όλων έγινε δεκτός και ανέλαβε ο Συν/ρχης Νικόλαος Ζορμπάς.


Οι αξιωματικοί αυτοί αφού συνεσκέφθηκαν, αποφάσισαν αν δημιουργήσουν τον αποκληθέντα Στρατιωτικόν Σύνδεσμον.


Κατά την νύχτα της 14ης προς την 15ην Αυγούστου 1909, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος προκαλεί Επανάσταση. Την ιστορική Επανάσταση του Γουδί, όπως έμεινε στην ιστορία, λόγω της εκεί συγκέντρωσης των επαναστατών, που ήταν περίποου 250 Αξ/κοί και δύο χιλιάδες (2.000) στρατιώτες. Η επανάσταση αιφνιδίασε και προκάλεσε μεγάλη αναταραχή στον Βασιλέα Γεώργιο τον Α΄και στον πολιτικό κόσμο. Η τότε κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη αδυνατούσα να συνεννοηθεί με τους επαναστάτες παραιτήθηκε. Η κυβέρνηση ανατέθηκε από τον Γεώργιο στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη.


Στις 14 Σεπτεμβρίου 1909 (ιστορική μέρα), ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος οργάνωσε μέγα λαϊκό συλλαλητήριο, στο οποίο μετείχαν περί τους 70.000 πολίτες, οι οποίοι τάχθηκαν αναφανδόν στο πλευρό του Στρατιωτικού Συνδέσμου.


Κατόπιν τούτου, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος απευθύνεται στον επαναστάτη Κρητικό πολιτικό, στον αντάρτη του Θερίσσου, στον μεσουρανούντα τότε στην Αυτόνομη Κρήτη, στον οξυνούστατο και μεγαλοφυή άνδρα, στον Ελευθέριο Βενιζέλο.


Τον Σεπτέμβριο του 1909 ο Βενιζέλος φτάνει στην Αθήνα. Του ζητούν να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο Βενιζέλος δεν βιάζεται. Αρνείται δικαιολογούμενος με τον αγώνα στην Κρήτη που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Αλλά παρέμεινε σύμβουλος του Στρατ/κού Συνδέσμου. Κυβέρνηση τότε σχημάτισε ο Στέφανος Δραγούμης, ο οποίος μετά 8μηνη μάλλον θετική διακυβέρνηση παραιτήθηκε.


Στις 6 Οκτωβρίου 1910 ο Ε. Βενιζέλος κλήθηκε από τον Βασιλέα Γεώργιο να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο ίδιος κράτησε και τα υπουργεία Στρατιωτικών και Ναυτικών. Στις 28 Νοεμβρίου 1910 έγιναν εκλογές. Το Βενιζελικό Κόμμα των Φιλελευθέρων επεκράτησε πλήρως και ο Βενιζέλος σχημάτισε νέα Κυβέρνηση, που αποδείχτηκε αποφασιστική για τη διαμόρφωση της νέας πολιτικής φυσιογνωμίας της χώρας.


Μετά 15 μήνες στις 12 Μαρτίου 1912, έκανε νέες εκλογές, οι οποίες έφεραν την οριστική κατίσχυσή του στην πολιτική ζωή της Ελλάδας.


Κατά το μικρό αυτό χρονικό διάστημα (1½ έτος περίπου), ο Βενιζέλος άλλαξε τα πάντα. Νέα πνοή. Νέος άνεμος ζωής και ελπίδας. Αλλά το σπουδαιότερο υπήρξε η αναζωογόνηση των Ενόπλων Δυνάμεων.


Ο Βενιζέλος κατά πρώτον επανέφερε στην αρχηγία τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο, τον οποίο είχε απομακρύνει ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος. Ο Στρατός αναζωογονήθηκε, εκπαιδεύτηκε, εξοπλίστηκε, οργανώθηκε και το ηθικό του εξυψώθηκε στον ύψιστο βαθμό. Προς τούτο κλήθηκε Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή υπό τον Στρατηγό Έντον από το 1910 μέχρι και το 1914. Συγχρόνως κλήθηκε και Αγγλική Ναυτική αποστολή για τον Ελληνικό Στόλο.


Στο ναυτικό προστέθηκε το ιστορικό θωρηκτό «ΑΒΕΡΩΦ», το οποίο αγοράστηκε το θέρος του 1910, ενώ ακόμα ήταν υπό ναυπήγηση στα ναυπηγεία του Λιβόρνο Ιταλίας. Παρελήφθη το θέρος του 1911 μετά ένα χρόνο. Ο «ΑΒΕΡΩΦ» υπήρξε το πολεμικό που κατέστησε τον Ελληνικό Στόλο ακαταμάχητο στο Αιγαίο αργότερα όταν χρειάστηκε, με αρχηγό (του Στόλου) τον σπουδαίο αρχιναύαρχο, τον Υδραίο Παύλο Κουντουριώτη.


Πριν ακόμα εκραγεί ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, τα εκεί Ελληνικά ανταρτικά Σώματα στη Μακεδονία, είχαν την ευκαιρία να κυριεύσουν τον Πολύγυρο, τη Νιγρίτα, το Παγκαίο, τη Ζίχνα, το Πράβι (Ελευθερούπολη) και το Ροδόνιβος και έλεγχαν σχεδόν όλη τη Χαλκιδική.


Στις 22 Φεβρουαρίου 1912 υπογράφηκε Σερβοβουλγαρική Συμμαχία. Ο Βενιζέλος άρπαξε την ευκαιρία και έσπευσε τον Μάιο του 1912 να συνάψει επίσης συμμαχία με τη Βουλγαρία.


Στις συμμαχίες αυτές, με την απαίτηση των Βουλγάρων, που ήσαν οι ισχυρότεροι στρατιωτικά, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση πολέμου με την Τουρκία, οι Σύμμαχοι θα διατηρούσαν και θα ενσωμάτωναν όποιο έδαφος κατελάμβαναν διά των όπλων.


Οι Βούλγαροι είχαν πεποίθηση στις δυνάμεις τους και δεν υπολόγιζαν πολύ τον Ελληνικό Στρατό, ύστερα από την ήττα του 1897. Υπολόγιζαν όμως πολύ στον Ελληνικό Στόλο για τον αποκλεισμό των Στενών των Δαρδανελίων και την απαγόρευση διοχετεύσεως τουρκικών στρατευμάτων από την Ασία.


Στις 25 Σεπτεμβρίου 1912 το Μαυροβούνιο κηρύσσει πρώτο τον πόλεμο κατά της Τουρκίας και στις 4 Οκτωβρίου 1912 ακολουθούν η Σερβία, η Βουλγαρία και η Ελλάδα.


Η κήρυξη του πολέμου από την Ελλάδα χαιρετίστηκε από τον Ελληνικό Λαό με μεγάλο ενθουσιασμό.


Και έτσι τα 4 χριστιανικά κράτη των Βαλκανίων συνασπίσθηκαν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του προαιώνιου εχθρού και δυνάστου.


Εκ των 4 κρατών, όπως ήδη επισημάναμε, τον ισχυρότερο Στρατό είχαν οι Βούλγαροι. Αλλά η Ελλάδα, όπως επίσης ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, πλην του Στρατού της διέθετε τον ισχυρότατο Στόλο της, του οποίου η δράση υπήρξε καταλυτική για την έκβαση αυτού του πολέμου.


Ο Ελληνικός Στρατός μοιράστηκε σε δυο μεγάλες μονάδες. Στο Στρατό της Θεσσαλίας και στο Στρατό Ηπείρου.


Διοικητής του Στρατού Θεσσαλίας ήταν ο Αντιστράτηγος και τότε Διάδοχος Κωνσταντίνος. Η δύναμη αυτού του Στρατού ήταν 7 Μεραρχίες πεζικού, μία Μεραρχία Ιππικού και άλλες μονάδες. Οι Τουρκικές δυνάμεις στο μέτωπο της Θεσσαλίας ανέρχονταν σε 35-40 χιλιάδες άνδρες.


Τις πρωινές ώρες της 5ης Οκτωβρίου 1912 ο Επ. Στρατός της Θεσσαλίας, εξορμά, καταλαμβάνει και απελευθερώνει την Ελασσώνα. Προελαύνει προς Βορράν. Στα Στενά του Σαρανταπόρου, μετά από σκληρή και αιματηρή μάχη από 9-10 Οκτωβρίου 1912, συντρίβει τους Τούρκους, οι οποίοι και υποχωρούν ατάκτως. Η προέλαση προς Βορράν συνεχίζεται. Απελευθερώνεται όλη η Δυτική Μακεδονία. Πρόθεση της Ηγεσιας της Στρατιάς η περαιτέρω προέλαση προς Μοναστήρι (ελληνικότατη πόλη) και βορείως. Η κατάληψη του Μοναστηριού ήταν σίγουρη, ακόμα και η περαιτέρω προέλαση προς Σκόπια.


Όμως τότε επεμβαίνει ο Ελ. Βενιζέλος και διατάσσει τηλεγραφικά να στραφεί αμέσως ο Στρατός προς Ανατολάς προς την Θεσσαλονίκη.


Ακολουθεί η μάχη και η μεγάλη νίκη μας στα Γιαννιτσά. Ο δρόμος προς την Θεσ/κη ήταν πλέον ανοιχτός. Ο Τούρκος Αρχιστράτηγος Ταχσίν Πασάς σπεύδει και παραδίδει την πόλη επισήμως. Ήταν 26 Οκτωβρίου 1912. Ευτυχώς την επομένη έφτασαν τρέχοντος και καταϊδρωμένοι από τις Σέρρες οι Βούλγαροι και έμειναν απʼ έξω. Μόλις είχαμε προλάβει. Και τότε οι Βούλγαροι ―που είχαν άλλες προθέσεις― ζήτησαν να τους επιτραπεί να εισέλθει στην πόλη ένα Τάγμα τους, δήθεν για ανάπαυση. Τους επιτράπη. Δεν γινόταν αλλιώς. Αλλά αντί Τάγματος έστειλαν ολόκληρη Μεραρχία. Φανερή η πρόθεση, που οδήγησε λίγους μήνες αργότερα στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Αλλά αυτό είναι μια άλλη Ιστορία.


Στο μεταξύ και οι Μαυροβούνιοι και οι Σέρβοι είχαν νικήσει τους Τούρκους στα εδάφη τους. Πολλοί Τούρκοι από Μαυροβούνιο και Σερβία διέφυγαν στην Αλβανία που ήταν στο πλευρό των Τούρκων, χωρίς όμως να λάβει επίσημα θέση στον πόλεμο. Πολλοί Τουρκαλβανοί και Αλβανοί κατήλθαν στα Γιάννενα που εξακολουθούσαν να κατέχονται από τους Τούρκους.


Και λίγα τινά πριν κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο για την δράση του Στόλου μας. Ο οποίος με τον «Αβέρωφ» και τα άλλα πολεμικά πλοία και με τον Παύλο Κουντουριώτη επικεφαλής, απελευθέρωσε όλα τα νησιά του Αιγαίου (πλην Δωδεκανήσου που την κατείχαν οι Ιταλοί μετά τον Ιταλοτουρκικό πόλεμο του 1911). Και σε δυο μεγάλες ναυμαχίες στις 3 Δεκεμβριου 1918 και στις 5 Ιανουαρίου 1913, κατατρόπωσε τον τούρκικο στόλο που κλείστηκε στο Στενό των Δαρδανελίων για να σωθεί.


Αλλά η πλέον καταλυτική συνέπεια ―επισημάνθηκε ήδη― της δράσης του Στόλου μας ήταν η απαγόρευση διοχέτευσης εκατοντάδων χιλιάδων Τούρκων από τη Μικρασιατική ακτή στα Βαλκάνια. Άλλως θα ήταν προβληματική και ίσως αδύνατη η ήττα των Τούρκων και η εκδίωξή των από τη Βαλκανική.


Παρά ένα είκοσι, ήταν τα χρόνια, που στο Κουρμανιό, γιορτάσαμαν καταλαχταρτζ'μέν... απ' τα χαράματα... Την απελευθέρωση της πόλης μας ― που το καμαρώνουμε... Κάποτε τα ματάειπα, αλλά θα πέρασαν καμιά δεκαριά χρονάκια... (αλήθεια, πως πέρασαν!). Θα τα ματαπώ...


Τα καψαρά τα παιδιά της Φιλαρμονικής του Δήμου μας, από τα χαράματα έφερναν γύρα στους κεντρικούς δρόμους της πόλης (όλους χωματένιους ακόμα) και παιάνιζαν το: Τα πήραμαν τα Γιάννινα, μάτια πολλά το λένε όπου γελούν και κλαίνε!.. Σας λέω την αλήθεια... Οι μεγάλοι μας έκλαιγαν και μαζί τους και μεις τα τσιότσια. Εκείνη την αυγή, της 21ης Φεβρουαρίου του 1932... νομίσαμαν πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου!.. Ξέρετε τι θα πει να είσαι νήπιο και ν' ακούς δίπλα στ' αυτί σου κανόνι και να σου πέφτουν στα μούτρα ...γύψος από το ταβάνι και να σκούζει η Ζαγορομάνα μας... «Παναϊαμ Παναϊαμ... μέγα τ' όνομα της Αγίας Τριάδος...». (Αυτο τόλεγε κι όταν άστραφτε και βρόνταγε κι έκανε και κατακλυσμό... κι άναβε και καντήλι... κι εμείς πέφταμαν στα γόνατα...). Ναι, καλά έκανε με τον κατακλυσμό, αλλά τώρα ούτε έβρεχε ούτε άστραφτε, κι ούτε είχαν με νου, οι γονιοί μας... Τι μέρα ξ'μέρωνε!.. Μπορεί, και στη Σιαράβα νʼ ακούγονταν το κανονίδι (εικσιένα, παρακαλώ, βροντοκοπήματα... ούτε ένα, ούτε δυο...) αλλά άλλο να τ' ακούς κάπως ξέμακρα κι άλλο δίπλα στ' αυτί σ'... χαράματα του κιαρατά...


Άκουγαν τα κανόνια οι γονιοί μας και καταχαίρονταν κι όλας... αλλά πού βάραγαν, δεν ήξεραν... Τό 'μαθαν εκείνο το πρωί και γίνκι το νταρ-μαρ από τη Ζαγόρω που φύσαγε και το σιούλ' (μικρό σκουπίδι ...μόλις ορατόν διά γυμνού οφθαλμού). Το ρετουσαρισμένο (αν μπορεί να ειπωθεί) παλιό εβραίϊκο φτωχοκομείο, είχε γίνει σπίτι ...με γύψινα ταβάνια παρακαλώ!.. Από κείνη τη μέρα κι ύστερα ...21η Φεβρουαρίου και 25η Μαρτίου... είχαμαν όλο επισκευές γύψινων ταβανιών!.. Ραγίζονταν τα καψαρά κι έπεφταν κομμάτια και κομματσιούλια, πρώτα στα μούτρα μας πορνίσια, στα γιατάκια μας που βρισκόμασταν ακόμα, κι ύστερα μεσημεριάτʼκα και δειλνίσια... από 21ναν κανονιοβολισμό ή κανονιοβολισμούς. Γαμώτο του.


Τρεις 21ναν = 63 με το σμπάθειο!.. Ζωή ήταν αυτή; Έσκουζε η μάνα μας που δεν είχε προβλέψει ο πατέρας μας, τη νίλα αυτή «απού μ'κρό πιδί στου Κουρμανιό, κι διν ήξιρις τι γένιτι στς παριλάσις;...». «Τι δ'λεια έχ' του μ'κρό; Σάματις είμι στου Κουρμανιό όταν γένουντι παριλάσις;...», αντέλεγε, πολύ ορθώς, ο φάδερ. «Επριπι να στου πει ου κυρ' Γιάννς...» (ο σπιτονοικοκύρης μας) «που να τούξερι μουρή, ιδώ κάθουνταν;». Κάθε εθνική επέτειο τα ίδια και τα ίδια!..


Η αλήθεια ήταν πως οικογένεια άλλη από του κυρ Θόδωρου του Κρίτσα (ο Θεός ν' αναπάψει τις ψυχούλες τους)... (κυρ Θόδωρος, κυρά Λενούσιω και κυρα Κούλα η αγιόψυχη πεθερά του...). Ήταν Μετσοβίτες και το μόνο σπίτι στο Κουρμανιό... Ύστερα κάτσαμαν εμείς, κατόπι η οικογένεια του Κώστα Σούλη ―όπως σας είπα, πριν λίγο καιρό. Απέναντι από την πόρτα του Κάστρου ο Ναούμ, στο παλιό μαγαζί κι ένα σωρό άλλα παλιομάγαζα. Μεντέτ, Μεντέτ. Σα να ξέφκα λίγο; Λέγαμαν για το κανόνι που μέσα σε 35 μέρες, τ' ακούγαμαν 126 φορές πάνω από τα κεφάλια μας ...για καλό...


Γιορτάζαμαν τις επετείους μας!.. Μία τοπική και μία εθνική, βαρώντας κανονιές τρεις φορές... με την αυγή, την ώρα της δοξολογίας και με τη δύση του Ήλιου ως τις 25 Μαρτίου του ʽ40 τις θυμάμαι... Δεν θυμάμαι 21 Φλεβάρη και 25 Μάρτη του 41, πώς γιορτάσαμαν... Ντιπ δεν θυμάμαι... Πάνω στο Κάστρο τώρα, τότε δηλαδή, βρόνταγαν τʼ αντιαεροπορικά μας κάθε τρεις και λίγο κι οι καμπάνες χτύπαγαν συχνά-πυκνά, για να γιορτάσουμε στα χώματά μας για το πάρσιμο κάποιου στόχου, εκεί στο μέτωπο...


Από το Μάη του '41 ως τον Σεπτέμβρη του '43, πάνω στο Κάστρο, στις θέσεις των δικών μας κανονιών, βαράν ιταλικά κανόνια, κάποιες καλοκαιρινές νύχτες... Από που έρχονταν εκείνα τʼ αεροπλάνα; Λίγες φορές ήταν, αλλά έφταναν για ν' αλαφιαστούν οι Ιταλοί... αλλά κι εμείς, που δεν καταλαβαίναμαν τι γένονταν...


Σαν παρέδωσαν τα όπλα οι Ιταλοί, θα σας γελάσω αν σας πω πως έβαλαν κι οι Γερμανοί, αντιαεροπορικά... Αρχές Οκτώβρη παγώσαμαν. Κυριακή απόγευμα, λαμπάδιασαν οι Λυγκιάδες μας... Άλλα χωριά γρηγορότερα κι άλλα αργότερα γένονταν στάχτη. Τα Γιάννινα αρχίνσαν να μεγαλώνουν. Μαζεύτηκε κόσμος χαλασμένος, τρομαγμένος και πεινασμένος. Έκατσε αυτός ο κόσμος όπου βρήκε φωλιά. Ένα χρόνο... Τα χρειασθήκαμαν... Στους κινηματογράφους ακούγαμαν το άχτουγκ, άχτουγκ... κι έπρεπε να σηκωθούμε ορθοί και νʼ ακούσουμε το δελτίο ειδήσεων!.. Στα σπίτια μας επιτάχτηκαν δωμάτια για αξιωματικούς τους. Τότε που ξεψυχούσε ο κατακτητής, έδειξε και την μαύρη του ψυχή.


Ο ξεκληρισμός των συμπολιτών μας Εβραίων πάγωσε την πόλη μας κι εμάς που δεν είμασταν, τότε, εδώ... Το μάθαμαν την άλλη μέρα...


Και σαν τσακίστηκαν κι άφησαν πίσω τους αποκαΐδια κι ορφάνια, ο κοσμάκης ξέφρενα γιόρταζε τη λευτεριά του. Βάρεσαν πάλι οι καμπάνες μας γιορταστικά και τα εμβατήριά μας τα ξανάπαιξαν οι στρατιωτικές μας μπάντες και παρήλασαν ανάπηροι και μαθητούδια μαζί με στρατιώτες μας... στ' αντάρτικα, κρατώντας ελληνική σημαία...


Γιορτάστηκε η 28η Οκτωβρίου εκείνη τη χρονιά; Για το '44 λέω... Θάταν η πρώτη φορά που γιορταζόταν!.. Λέω την αλήθεια... ποτέ δεν ρώτησα αν γιορτάστηκε σαν εθνική μας επέτειος. Τότε... τότε, γιόρταζε καθημερινά, η Ελλάδα όλη. Εμείς, γυρίσαμαν από το Ζαγόρι την τελευταία μέρα του Οκτώβρη, στα λεύτερα Γιαννινάκια μας. Από τις 21 Φλεβάρη του '45, γιορτάζουμε την τοπική μας επέτειο.


Υπάρχουν τα κανόνια πάνω στο Κάστρο; Πόσα χρόνια πέρασαν και δεν ξεχνώ τ' αποκαΐδια που μας έρχονταν στο μπαλκόνι.


Τα στουπιά, που λέγονταν ...αυτά που στούπωναν το κανόνι μαζί με το μπαρούτι... και σιώνταν τα σωθικά μας πουρνίσια κι έτριζαν τα τζιάμια μας... Μέγα τ' όνομα της Αγίας Τριάδος έψελνε η μανούλα μας... Ας ήταν...


Τα είχαμαν πάρει τα Γιάννινα ...πάλι






ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ

Πώς φτάσαμε στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο και στην Απελευθέρωση των Ιωαννίνων στις 21-02-1913
[Β΄ Μέρος (τελευταίο)]

Tου ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΤΕΦ. ΛΕΤΤΑ, Ταξιάρχου ε.α.



Ας έρθουμε τώρα στις πολεμικές επιχειρήσεις Ηπείρου που έφεραν την Απελευθέρωση των Ιωαννίνων.



Σ' αυτό το δευτερεύον θέατρο επιχειρήσεων Ηπείρου, διατέθηκαν μικρές δυνάμεις εξ 8 Ταγμάτων Πεζικού και Ευζώνων, 3 Μοιρών Πυρ/κού, μιας Ίλης Ιππικού και άλλων βοηθητικών σχηματισμών. Συνολική δύναμη περίπου μία Μεραρχία. Αρχηγός αυτής της δύναμης ―της Στρατιάς Ηπείρου― ορίστηκε ο Αντιστράτηγος Σαπουντζάκης Κων/νος, με επιτελάρχη τον Αντ/ρχην Μηχανικού, Δημήτριον Ιωάννου.


Στις 5 Οκτωβρίου 1912 που άρχισε ο πόλεμος, οι ανωτέρω δυνάμεις ―που βρίσκονταν ήδη στην περιοχή Άρτας― πέρασαν τον Άραχθο και κατέλαβαν την Φιλιππιάδα και απέκοψαν έτσι την επικοινωνία των Ιωαννίνων με την Πρέβεζα και τη θάλασσα.


Όμως υπήρχε πρόβλημα ανεφοδιασμού του μετώπου τούτου, λόγω των μεγάλων αποστάσεων από Μεσολόγγι προς Άρταν και Βορείως και κρίθηκε αναγκαία η κατάληψη της Πρέβεζας, ώστε ο ανεφοδιασμός και η ενίσχυση του μετώπου Ηπείρου να γίνεται διά θαλάσσης. Κατόπιν νικηφόρου μάχης παρά την Νικόπολη, η Πρέβεζα απελευθερώθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1912.


Στη συνέχεια οι Ελληνικές Δυνάμεις, πλήρεις επιθετικού πνεύματος μετά και τη νίκη του Σαρανταπόρου, αν και δεν έφταναν ούτε το μισό των Τουρκικών δυνάμεων, προέλασαν προς Βορράν και μετά σκληρό αγώνα έφτασαν στη γραμμή των Πέντε Πηγαδιών, όπου και ανέστειλαν προσωρινά τις επιχειρήσεις εν αναμονή άφιξης ενισχύσεων.


Πράγματι κατέφθασε σε λίγο από τη Μακεδονία η 2α Μεραρχία και άρχισε ο αγώνας πολιορκίας του Φρουρίου του Μπιζανίου. Η επίθεση συνεχίστηκε και κατελήφθησαν τα Πεστά και η Αετοράχη. Αλλά η παραπέρα προχώρηση στάθηκε αδύνατη λόγω των φοβερών πυρών του Φρουρίου του Μπιζανίου. Το Μπιζάνι είχε οχυρωθεί από Γερμανούς τεχνικούς, υπό τον Στρατηγό Φον Ντερ Γκολτς και θεωρούνταν απόρθητο, με πληθώρα αμυντικών έργων, 112 πυροβόλων και εφοδιασμένο με άφθονο και παντοειδές πολεμικό υλικό.


Η Στρατιά Ηπείρου ενισχυθείσα στις 20 Δεκεμβρίου 1912 με την 4η Μεραρχία και στις αρχές Ιανουαρίου 1913 με την 6η Μεραρχία (που ήσαν μέχρι τούδε στη Μακεδονία), επιχείρησε γενική κατά του Μπιζανίου επίθεση από το δεξιό πλευρό, η οποία δεν επέφερε την πτώση των οχυρών, συνετέλεσε όμως στην περαιτέρω περίσχεσή τους.


Η όλη αμυντική τοποθεσία του Μπιζανίου, περιελάμβανε τους εξής ισχυρά αλληλοϋποστηριζόμενους τομείς: ― Νήσου, Καστρίτσας, Μπιζανίου, Δουρούτης, Σαδοβίτσας και Ζωνδήλας – Κέντρον Βάρους το Μπιζάνι. Ιδιαίτερα ισχυρές και οι οχυρώσεις στα Δυτικά υψώματα Μανωλιάσας, Αγίου Νικολάου και Τσούκας. Αρχηγός των Τουρκικών δυνάμεων ο Εσσάτ Πασάς.


Οι Τουρκικές δυνάμεις Ηπείρου ενισχύθηκαν τον Ιανουάριο του 1913 με δυνάμεις που είχαν συμπτυχθεί από το Σέρβικο Μέτωπο και έφτασαν εν όλω περίπου τις 40.000 ανδρών. Πολλοί ήσαν μεταξύ τούτων οι Αλβανοί.


Εν τω μεταξύ δριμύτατο ψύχος καταταλαιπώρησε τα στρατεύματα, ενώ η εκστρατεία παρατείνονταν.


Κατόπιν τούτων με Β. Διάταγμα της 28ης Δεκεμβρίου 1912 η Αρχηγία της Στρατιάς Ηπείρου, ανατέθηκε στο Διάδοχο Κωνσταντίνο. Και από τις 13 Ιανουαρίου 1913, ο Κων/νος ανέλαβε τα καθήκοντά του αφιχθείς στο Μέτωπο. Το Ελληνικό Στρατηγείο ήταν εγκατεστημένο λίγα χιλιόμετρα Νότια Μπιζανίου στο Χάνι Εμίν Αγά. Η Ελληνική Στρατιά ενισχύθηκε στον ίδιο χρόνο και με την νεοσυγκροτηθείσα 8η Μεραρχία Ηπείρου.


Η μέχρι τούδε προσπάθεια του Ελ. Στρατού, γινόταν από δεξιά προς τα αριστερά των Τούρκων και προς το κύριο οχυρό το Μπιζάνι. Αποδείχτηκε ανεπιτυχής. Και ενώ το αριστερό των Τούρκων ήταν λίαν ισχυρό, από γενόμενες αναγνωρίσεις, διαπιστώθηκε ότι το δεξιό τους (Μανωλιάσα, Άγιος Νικόλαος, Τσούκα, Δουρούτη, Σαδοβίτσα) ήταν μάλλον ασθενέστερο.


Κατόπιν τούτου η ιδέα ενέργειας της Στρατιάς διαμορφώθηκε ως εξής:


Α) Επιδεικτική κίνηση στο κέντρο και δεξιό προς απασχόληση και καθήλωση του εχθρού.


Β) Αποφασιστική επιθετική ενέργεια από το αριστερό μας. Τούτο ήταν ορθή εφαρμογή του Δόγματος, ότι η ενέργεια πρέπει να κατευθύνεται εκ του ισχυρού προς το ασθενές.


Η κύρια αυτή επιθετική ενέργεια θα πλαισιώνονταν και με δευτερεύουσες από Μέτσοβον προς Δρίσκον, από Φούρκα προς Μεσογέφυρα και με μία επιδεικτική απόπειρα απόβασης στους Αγίους Σαράντα.


Με βάση τα παραπάνω συντάχθηκε το σχέδιο επίθεσης, το οποίο διαιρούσε τη Στρατιά σε δυο τμήματα. Το 1ον υπό τον Αντ/γον Σαπουντζάκην (6η και 8η Μεραρχία και Απόσπασμα Παπακυριαζή), με αποστολή την απασχόληση και καθήλωση του εχθρού, ανατολικά της οδού Ιωαννίνων-Πρέβεζας.


Το 8ον τμήμα Στρατιάς υπό τον υποστράτηγον Μοσχόπουλον (23 Τάγματα Πεζικού και 24 Πυροβόλα), το οποίον θα επετίθετο αιφνιδιαστικά, δυτικά της οδού Ιωαννίνων-Πρέβεζας σε τρεις (3) φάλαγγες, ως εξής:


Α) «Α» ΦΑΛΑΓΓΑ


Ισχυρό Απόσπασμα εκ της 4ης Μεραρχίας προς κατάληψη Μανωλιάσας και Αυγού, υπό τον Συν/ρχην Αντωνιάδην.


Β) «Β» ΦΑΛΑΓΓΑ


Απόσπασμα εκ της 6ης Μεραρχίας προς κατάληψη Αγίου Νικολάου, υπό τον Συν/ρχην Γιαννακάκην Ιωάννην.


Γ) «Γ» ΦΑΛΑΓΓΑ


Δύναμη 9 Ταγμάτων μετά Πυρ/κού υπό τον Συν/ρχην Δελαγραμματικήν Νικόλαον, προς κατάληψη Τσούκας και Αριστερά.


Η 2η Μεραρχία ιππαστί επί της οδού Ιωαννίνων-Πρέβεζας θα εξασφάλιζε τον Σύνδεσμο με τα παραπάνω δύο Τμήματα Στρατιάς.


Με βάση το παραπάνω Σχέδιο, έγιναν στις 19 Φεβ/ρίου 1913 προπαρασκευαστικές βολές πυρ/κού και επιδεικτικές ενέργειες του 1ου Τμήματος Στρατιάς προς παραπλάνηση του εχθρού, ενώ ταυτόχρονα την πρωίαν της 20ής Φεβρουαρίου 1913 έγινε η επίθεση του 2ου Τμήματος Στρατιάς (Μοσχόπουλου), με τις παραπάνω τρεις Φάλαγγες, η οποία στέφθηκε από πλήρη επιτυχία. Στο τέλος της ημέρας 20ής Φεβ/ρίου η «Α» ΦΑΛΑΓΓΑ (Αντωνιάδης) βρίσκεται Δυτικά Μπιζανίου, η «Γ» Φάλαγγα (Δελαγραμμάτικας) προς υψώματα Δουρούτης έναντι Σαδοβίτσας, ή δε «Β» φάλαγγα (Συν/ρχης Γιαννακάκης) στη Ραψίστα (Πεδινή) με μια προωθημένη αιχμή (Ταγ/ρχης Βελισσάριου) μέχρι της παρυφης των Ιωαννίνων. Έτσι κυκλώθηκε το Μπιζάνι.


Ύστερα από αυτή την εξέλιξη ο Εσσάτ Πασάς αφού συνεννοήθηκε με τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Γερβάσιον, έστειλε τη νύχτα της 20ής προς 21ην Φεβρουαρίου 1913 επιστολή προς το Ελληνικό Στρατηγείο, με την οποία ο Τούρκικος Στρατός παραδίδονταν άνευ όρων. Χίλιοι (1000) αξ/κοί και 32.000 άνδρες με 108 πυρ/λα παραδίνονταν αιχμάλωτοι πολέμου.


Την 22αν Φεβ/ρίου 1913 ο Διάδοχος Κων/νος έμπαινε έφιππος και θριαμβευτής επικεφαλής των Ελληνικών Στρατευμάτων στα Ιωάννινα, ως ελευθερωτής όπου και του έγινε αποθεωτική υποδοχή.


Θεωρούμε, πριν κλείσουμε το παρόν, χρέος και καθήκον ιερό να αναφερθούμε και να μνημονεύσουμε τον ηρωικό θάνατο του ποιητού Λορέντζου Μαβίλη, ο οποίος ως Δ/τής Λόχου Γαριβαλδινών του Ρώμα, έπεσε ηρωικά στις 28 Νοεμβρίου 1912 σε μάχη κατά των Τούρκων, στο Δρίσκο.


Ήταν ο επιφανής ήρωας, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους αφανείς, που έδωκαν τη ζωή τους για την Ελλάδα σʼ όλον αυτόν τον αγώνα. Τον αγώνα κατά των Τούρκων κατακτητών στη Μακεδονία και στην Ήπειρο, που τελείωσε με την πλήρη συντριβή του εχθρού και τη θριαμβευτική νίκη των Ελληνικών Όπλων. Η οποία νίκη έσβησε τη θλιβερή ανάμνηση του 1897.


Ο Ελληνικός Στρατός έβγαινε από τη διεξαχθείσα πάλη από τον Οκτώβριο 1912 μέχρι το Φεβρουάριο 1913, ακμαίος και υπερήφανος και έτοιμος για νέους αγώνες, που δεν άργησαν να έρθουν, για να κερδίσει νέες θριαμβευτικές νίκες στο Κιλκίς, στο Λαχανά, στη Δοϊράνη, δοξάζοντας ακόμα περισσότερο και διπλασιάζοντας την Ελλάδα, την αγαπημένη πατρίδα.






ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ
Το γλυκοχάραμα της Λευτεριάς μέσα από τα Γιάννινα…
Του ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΠΑΡΚΑ
[Α' Μέρος]


Σε προηγούμενο δημοσίευμά μου αναφέρθηκα σε καταστήματα της γειτονιάς Αρχιμανδρείου Αγ. Αικατερίνης. Σήμερα θα λεπτολογήσω αλλά και θα επεκταθώ προς το «Άλσος», ίσως και λίγο παραπέρα.


Στο «Άλσος», επισημότερα «Πλατεία Ζαλόγγου», που παιδιά το λέγαμε «Τζαμί», μάλλον προτού τουρκέψουν τα Γιάννινα, δεν δύναμαι να προσδιορίσω επακριβώς τον χρόνο, υπήρχε Ναός του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Άϊ-Γιάννης υπήρξε και άλλος μέσα στο Κάστρο, απʼ τον οποίο πιθανολογείται ότι προήλθε και η ονομασία Ιωάννινα, πιθανόν στη θέση του Ασλάν Τζαμιού· όπως υπάρχουν άλλοι τέσσερις Άϊ-Γιάννιδες στην εγγύτερη περιοχή των Ιωαννίνων· στο νησί, την Καστρίτσα, στην Ανατολή και στο Μπισντουνόπλο. Τον Άϊ-Γιάννη του Άλσους, τον γκρεμίσανε οι Τούρκοι και στη θέση του χτίσανε το Τζαμί του Λιάμ ή Μπαχράμ πασά.


Ανάμεσα στους δύο παλιότερους Ναούς της συνοικίας, του Αρχιμανδρείου και του Άϊ-Γιαννιού είναι το οικοδομικό τετράγωνο 195, εις το οποίο ευρίσκεται το «Μετόχι του όρους Σινά». Αυτή είναι η επίσημη ονομασία της Αγ. Αικατερίνης όπως φαίνεται στη σφραγίδα παλαιού εγγράφου, δίπλα στην υπογραφή του τότε ηγουμένου Ανθίμου Κτενιάδη. Μετόχι σημαίνει κτήμα και εκκλησία που ανήκουν σε ένα Μοναστήρι που βρίσκεται σε απόσταση, από μικρή έως και πολύ μεγάλη από αυτό, πλην όμως θεωρείται σαν ενιαίο σύνολο με την Μονή. Το Μετόχι λοιπόν με τον Ναό της Αγ. Αικατερίνης, ιδρύθηκε στα Γιάννινα το 1780 από την ομώνυμο Μονή του Σινά. Επί ηγουμένου Μελετίου Πανταζίδη εκ Βήσσανης, κατά τα έτη 1872-1875, με δαπάνη της Αγγελικής Παπάζογλου χτίστηκε η σημερινή εκκλησία. Το κωδωνοστάσιο ανηγέρθη επί Πρωτοσυγγέλου Ανθίμου Κτενιάδη με δαπάνη διαφόρων καλών χριστιανών, ενώ το ωρολόγιον και μία καμπάνα γαλλικής προελεύσεως είναι δωρεά των Αρετής Ζώτου και Ειρήνης Κώνη το έτος 1911.


Όσον αφορά την Ιεράν Μονήν του Σινά, δεν θα υπεισέλθω σε ξένα οικόπεδα καθʼ ο μη θεολόγος. Η ιστορία του Σινά μας είναι γνωστή από την παλαιά Διαθήκη. Εγώ θα προσθέσω ότι το 330 μ.Χ. η Αγ. Ελένη έκτισε ένα εκκλησάκι της Θεοτόκου προς χρήσιν των χριστιανών προσκυνητών του ιερού όρους. Αργότερα ο Ιουστινιανός περιφρούρησε το εκκλησάκι με φρούριο ανεγείροντας και άλλα, βοηθητικά ούτως ειπών κτίσματα, γενόμενος έτσι ιδρυτής της Μονής η οποία όταν έγινε και η μετακομιδή των λειψάνων της Αγίας, καθιερώθη πλέον η ονομασία της Μονής της Αγίας Αικατερίνης. Το 625 οι Μοναχοί εζήτησαν και ο Μωάμεθ παρέσχε προστασίαν με έγγραφον που ονομάζεται Αχτιναμές. Η πινακοθήκη και η βιβλιοθήκη της Μονής είναι ανεκτιμήτου αξίας και παγκοσμίως γνωσταί ως δευτέρα μετά το Βατικανόν.


Εις τον εικονιζόμενον ως χάρτην του Μινέϊκο, που μάλλον σκαρίφημα είναι, αφού το μεν τοπογραφικό περίγραμμα του 195 οικοδομικού τετραγώνου, σφηνοειδούς σχήματος ανταποκρίνεται εις την πραγματικότητα, ενώ αι οικοδομαί παρίστανται εν σμικρύνση εν αντιθέσει προς τον εν μεγεθύνσει παρουσιαζόμενον ακάλυπτον χώρον. Το σημαντικότερο σημείο του παραπάνω οικοδ. Τετραγώνου είναι το Μετόχι της Αγίας Αικατερίνης του Σινά, στα δύσκολα χρόνια της Τουρκικής σκλαβιάς, γίνεται το καταφύγιο, το άσυλο και αποκούμπι των κατατρεγμένων και παρακολουθούμενων Ελλήνων χριστιανών.


Στην κυρία είσοδο του Μετοχίου όπου το κωδωνοστάσιο, μέσα σε ειδική κορνίζα, με ακοίμητο καντήλι, για να φαίνεται και την νύχτα, ήταν ο προαναφερθείς Αχτιναμές. Το ιερό και σεβαστό για τους Μουσουλμάνους και ταυτόχρονα προστατευτικό για τους χριστιανούς έγγραφο, το οποίο ο Μωάμεθ επισφράγισε με το αποτύπωμα της παλάμης του. Αδυνατώ να βεβαιώσω, εάν συμπτωματικά ή εκ προμελέτης, τα σπίτια που συνόρευαν με τον περίβολο της Μονής είχαν και από μίαν μικράν θύραν «πορτοπούλαν» επικοινωνίας της αυλής των, με τον περιβάλλοντα χώρον του Ναού. Σήμερα ατυχώς, δεν υφίσταται ούτε δείγμα της τότε καταστάσεως, διότι η αδηφάγος τσιμεντοποίησις της πόλεως, εισχωρήσασα και εδώ αλλοίωσε καταστροφικά την εικόνα του εκκλησιαστικού περιβόλου των 1.500 περίπου μέτρων, με την ακαλαίσθητον οικοπεδοποίησιν και εν πολλοίς οικοδόμησιν του όλου χώρου, καταστήσασα αυτόν παντελώς αγνώριστον. Επίσης μου είναι αδύνατον να βεβαιώσω το ίδιον και διά τα υπάρχοντα τότε «μισοπήγαδα» στα πλείστα των σπιτιών του οικοδομικού αυτού τετραγώνου. Διότι υπήρχαν πηγάδια, στις μεσοτοιχίες μεταξύ των οικοδομών με άνοιγμα του τοίχου επάνω από το στόμιο του πηγαδιού, μέχρι και ένα σχεδόν μέτρο. Το ανοιγμα αυτό έκλεινε με ένα ξύλινο παραπέτασμα, κάτι σαν παράθυρο ή πορτάκι, το οποίον όταν άνοιγε, με κλειστά τα εκατέρωθεν καπάκια του πηγαδιού, εύκολα μπορούσε να περάσει ένας άνθρωπος από το ένα σπίτι στο άλλο, χωρίς να βγει στο δρόμο. Την ύπαρξη αυτών, των περασμάτων, άριστα γνωρίζω διότι τα έζησα αφού γεννήθηκα κι μεγάλωσα δίπλα στην εκκλησία μέχρι το 1935 που γυμνασιόπαιδο πια φύγαμε απ' εκεί.


Καθώς έτσι ήταν φτιαγμένα και επικοινωνούσαν μεταξύ τους τα σπίτια της γειτονιάς και με το Μετόχι, εύκολα ένας παρακολουθούμενος, ή καταδιωκόμενος από τους Τούρκους, μπορούσε να μπει σε ένα σπίτι και από μισοπήγαδα και πορτοπούλες να φθάσει και να ζητήσει άσυλο στην Αγ. Αικατερίνη. Κάπως παρόμοια ήτο εύκολο να απομακρυνθεί απαρατήρητος. Αλήθεια εμείς, διαβαίνοντας το κατώφλι της εκκλησίας, αναλογιζόμαστε καμιά φορά, αυτούς που τρέμοντας ανέβαιναν τα πέτρινα σκαλοπάτια του Ηγουμενείου, για να βρούνε την περίθαλψη του Ηγουμένου και την προστασία του αχτιναμέ;!


Την 25ην Μαρτίου 1906, σημαντικές Ηπειρωτικές προσωπικότητες των Αθηνών, ίδρυσαν την «Ηπειρωτική Εταιρεία» με σκοπό την διοργάνωση και δημιουργία προϋποθέσεων για την εκ των έσω υποστήριξη της απελευθερώσεως της Ηπείρου. Η Εταιρεία διοργάνωσε προς τούτο μυστικάς Διευθύνσεις υπό τον Βορειοηπειρώτη υπομοίραρχο Σπ. Σπυρομήλιο, στις τρεις μεγαλύτερες πόλεις της υπόδουλης Ηπείρου, στα Γιάννινα, Πρέβεζα και Αργυρόκαστρο. Η Άρτα ήταν ήδη Ελληνική με την Βερολίνειο συνθήκη του 1881 η οποία καθόριζε δυτικόν σύνορον της Ελλάδος τον Άραχθο. Οι Διευθύνσεις αυτές είχαν έδρα τους τα κατά τόπους Προξενεία. Το Ελληνικό Προξενείο στα Γιάννινα στεγάζονταν τότε στη συμβολή των σημερινών οδών Βαλαωρίτου και Καραϊσκάκη αρ. 38, όπου εν συνεχεία το Δημόσιο Ταμείο Δωδώνης και μετέπειτα μέχρι περίπου το 1940 το Υγειονομικό Κέντρο.


Όταν τον Νοέμβριο 1909 ήλθε Γενικός Πρόξενος Ελλάδος ο Άγγελος Φορέστης, ανέλαβε προσωπικά την «Α΄ Διεύθυνση» της «Ηπειρωτικής Εταιρείας» για τα Γιάννινα και την περιοχή τους. Είχε διευθύνονται Υποπρόξενο, με πρωτεύοντα ρόλο και στέλεχος της Ηπειρ. Εταιρείας τον Τσερέπη και Διερμηνέα του Προξενείου τον Ζαγορίσιο από τα Πεδινά Νικ. Χαντέλη που ανήκε στην Α΄ Δ/νση της Η.Ε. και στο 28 τμήμα της με το ψευδώνυμο «Ιδεύς». Στην ίδια «Α΄ Διεύθυνση» και 28 τμήμα ανήκε και ο Δολιανίτης δικηγόρος Γεώργιος Τζαβέλλας με το ψευδώνυμο «Κτησίας» με την κόρη του Αντιγόνη. Τούτον οι Τούρκοι τον υποπτεύονταν για επαναστατικές ενέργειες, τον κατεδίωξαν και τον φυλάκισαν. Ένας άλλος σπουδαίος παράγων και συντελεστής, μη μέλος της Η.Ε., προφανώς λόγω διπλωματικής ιδιότητος, υπήρξεν ο Ιωάννης Λάππας, Γιαννιώτης γέννημα και θρέμμα, απόφοιτος της Ζωσιμαίας Σχολής. Ήτο δικηγόρος, κάτοχος της Γαλλικής και Τουρκικής γλώσσας και διερμηνεύς του εν Ιωνανίνοις Γαλλικού Προξενείου, το οποίο και διηύθυνε σε κάποιες περιπτώσεις, όπως επίσης και το Αγγλικό Προξενικό Πρακτορείο, ενώ τελικά έγινε και Πρόξενος της Γαλλίας μέχρι του θανάτου του. Αυτά ως προς την συγκρότηση του εν Ιωαννίνοις Ελληνικού Προξενείου και του αμέσου περιβάλλοντός του μέσα στα πλαίσια της «Ηπειρωτικής Εταιρείας» κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.






ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ
Το γλυκοχάραμα της Λευτεριάς μέσα από τα Γιάννινα…
Γράφει: ο Δημήτριος Μπάρκας
[B΄ ΜΕΡΟΣ (τελευταίο)]

Aπό την ίδρυση της Η.Ε. αρχίζει η μύηση πατριωτών σε μυστικές ομάδες τριών βαθμών, που ορκίζονταν πίστη και αφοσίωση στο πατριωτικό καθήκον.


Τα μέλη της πρώτης ομάδας των αποκαλουμένων «Εταίρων» ορκίζονταν ενώπιον ανωτέρων στελεχών της Α΄ Διευθύνσεως, εις την οποίαν προφανώς εμυήθη και ορκίσθη ο τότε ηγούμενος της Αγ. Αικατερίνης Άνθιμος Κτενιάδης (1906-12) γενόμενος εταίρος του 26ου Τμήματος με το ψευδώνυμο «Επίκουρος». Ακολουθούσε ο δεύτερος βαθμός των «Αδελφών» που ορκίζονταν στην Μητρόπολη και του τρίτου των «Ελευθερωτών» στην Αγ. Αικατερίνη. Τα Σαββατόβραδα, στην Μητρόπολη και Αγ. Αικατερίνη, γίνονταν σωστό προσκύνημα από τους προσερχόμενους να προσκυνήσουν ανάβοντας το κεράκι τους, άλλα κυρίως για να δώσουν τον όρκο τους στην σκλάβα πατρίδα.


Η πρώτη συμβολή, προσφορά των μυημένων της υπαίθρου, των «Ελευθερωτών», ήτο η μεταφορά όπλων και πυρομαχικών από την ελεύθερη Ελλάδα, μέσω Καλαρρυτών Δρίσκου Ντουραχάνης, αυτών που προορίζονταν για την ύπαιθρο, διά Παμβώτιδας, λίμνης Λαψίστας. Όσα προορίζονταν για μέσα στα Γιάννινα, Παμβώτιδα Σαράβα, πιθανόν στα Ταμπάκια (βυρσοδεψεία), κι απʼ εκεί κρυμμένα μέσα δέρματα, σε σπίτια Γιαννιωτών ή στην Αγ. Αικατερίνη διά τα περαιτέρω.


Πολλά προσέφεραν οι μυημένοι. Από αντίσταση στην υπέρ της Αλβανίας και Ρoυμανίας ακόμη, προπαγάνδα, που οργίαζε τότε υποκινουμένη υπό της Αυστροουγγαρίας (Προξ. K. Bilinski), Ρουμανίας (από το 1886 ο Απ. Μαργαρίτης ίδρυσε στα Γιάννινα Ρουμανικό Σχολείο – Γυμνάσιο μέχρι το 1940), Ρωσίας (Πρόξενος παρασυρόμενος υπό του Bilinski) και τέλος της Ιταλίας, ενδιαφερομένης έκτοτε να έχει πόδι επί των Βαλκανίων και χρησιμοποιούσας εν πολλοίς το λατινόμορφον τόσο της Ρουμανικής Γλώσσης όσον των Βλάχικων. Ακόμη ενεθάρρυναν και βοηθούσαν τους ολιγόψυχους ή ασκούσαν κατασκοπείαν, μετέδιδαν ή μετεβίβαζαν πληροφορίες κτλ.


Πολλοί και διάφοροι υπήρξαν οι πληροφοριοδότες. Αρκετοί Χριστιανοί Έλληνες, αλλά Τούρκοι υπήκοοι, που υπηρετούσαν στον Τουρκικό Στρατό, όπως ο προφανώς σημαντικότατος πάντων, Νικόλαος Μιζάντζογλου (Νικολάκ Αφέντης), η δράση του οποίου επροδόθη εις τους Τούρκους που τον δολοφονήσανε στη Σμύρνη. Ένας άλλος σπουδαίος, είναι ο Ζαδοβιτσινός (από τα Μάρμαρα) δάσκαλος Δημητ. Παπαϊωάννου, τον οποίον εγνώρισα σαν φίλο του πατέρα μου και ο οποίος ήτο μυημένος στην «Η.Ε.» από το 1906 και προσέφερε σχέδια και πολύτιμες πληροφορίες. Ακολουθούν πολλοί άλλοι, εργαζόμενοι εις έργα, ή συναλλασσόμενοι, ή άλλως πως πληροφορούμενοι ενδιαφέροντα τον Ελληνικόν Στρατόν στοιχεία, τα οποία διεβίβαζαν προς αυτόν καταλλήλως. Ακόμη και γυναίκες εχρησιμοποιήθησαν και ηλικιωμένες ακόμη που προσποιούμενες την συλλογήν χάρτων εχρησιμοποιούντο ως ταχυδρόμοι. Πλήθος αγωνιστών· όμως ένα όνομα που ηκούσθη προς στιγμήν, προ έτους περίπου, αυτό του Πολωνού μηχανικού Μινέικο δεν το συνήντησα, εγώ τουλάχιστον, πουθενά αλλού, παρά ως μηχανικού εις την υπηρεσίαν των Τούρκων.


Περιγραφικότατα η υπέροχη φιλέλλην Jeanne Dussap, ή με το ψευδώνυμο Γκυ-Σαντεπλαίρ, σύζυγος του εν Ιωαννίνοις Γάλλου Προξένου, αναγράφει εις το ημερολόγιό της για τους Αλβανούς στρατιώτες ότι «πλανώνται εις τας πεδιάδας δηούντες και καίοντες τα χωρία», καθʼ ον χρόνον μέσα στα Γιάννινα «...δικηγόροι, ιατροί, έμποροι εφυλακίσθησαν ...αποσπασθέντος ...από τα σπίτια τους βράδυ... Τα μπουντρούμια γεμάτα από δυστυχείς...τους οποίους δέρνουν ανηλεώς... χωρικοί εκρεμάσθησαν εις τα δένδρα των δρόμων...» κ.λ.π. Αλήθεια πόσον ομοιάζει η εικόνα αυτή, πόσο ταυτίζεται και επαληθεύει τους στίχους του Σολωμού «γιατί τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά». Ποία αντίθεσις ανάμεσα στην ψυχοσύνθεση της «ευγενούς Γαλλάτιδος» όπως την ονόμασε ο Πελλερέν και του σκληρού φιλότουρκου Προξένου της τότε Αυστροουγγαρίας του Bilinski, που αποθανατίζει τα φιλοτουρκικά του αισθήματα, φωτογραφούμενοι παρά την αγχόνην, όπου προ ολίγου, δέκα Έλληνες αγωνισταί εξετελέσθησαν, σύμφωνα με λεζάνταν φωτογραφίας, του αρχείου της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών.


Αλλα ας αφήσουμε τα Προξενικά διά να επανέλθουμε εις τα τεκταινόμενα υπό των σκλάβων Γιαννιωτών. Ακριβώς πίσω από το Ιερόν της Αγ. Αικατερίνης ήτο το σπίτι των Καλογραιών της, με την πορτοπούλαν του, απέναντι από την νοτιοανατολικήν γωνίαν του Ναού. Ο τότε Μητροπολίτης Βελλάς και Κονίτσης, Σπυρίδων Βλάχος, γνωστός διά την ανέκαθεν εθνικήν του δράσιν και τον αγώνα του διά το Βορειοηπειρωτικόν, πηγαινοερχόμενος τακτικότατα στα Γιάννινα, κατέλυε στις Καλόγριες και όχι στην Μητρόπολη. Την συχνότητα των επισκέψεών του γνωρίζω πάρα πολύ καλά, τόσον από τον πατέρα μου, που είχαν γίνει πολύ φίλοι, όσον και από την Μοναχή Αλεξάνδρα στο σπίτι της οποίας γεννήθηκα αλλά και έζησα σαν μικρός. Τους λόγους των επισκέψεών του δεν τους έμαθα όταν έπρεπε, όσο ζούσαν ο πατέρας και η Αλεξάνδρα.


Σαφώς ήταν Εθνικοί και έτσι εξηγείται η σύλληψη και φυλάκισή του στην Κόνιτσα από τον Τζαβήτ πασά. Όμως η μη φιλοξενία του στην Μητρόπολη Ιωαννίνων η οποία, κατά τον τότε Μητροπολίτη Γερβάσιο Ωρολογά, παρηκολουθήτο, εν αντιθέσει με την διαμονήν του μεταξύ Μετοχίου Σινά, με την πορτοπούλαν και του Ελληνικού Προξενείου, εν συνδυασμώ με την ύπαρξιν πληροφοριών από την περιοχήν της Μητροπόλεώς του, χωρίς εμφανή ονόματα πληροφοριοδοτών, οδηγούν στο συμπέρασμα της αναμείξεως του Σπυρίδωνος για την ελευθερία της Ηπείρου, αλλά και το πρόσωπον του πληροφοριοδότη από την περιοχή Βελλάς και Κονίτσης.


Με την κήρυξη του πολέμου Ελλάδος Τουρκίας, όπως ήταν φυσικό, ο Πρόξενος Φορέστης και Υποπρόξενος Τσερέπης ανεχώρησαν και έμεινε, σαν Τούρκος υπήκοος, ο διερμηνεύς Νικ. Χαντέλης, με την κρυπτογραφικόν κώδικα ανά χείρας, τον οποίον μη δυνάμευσι να αποκρύψη πουθενά, διότι οι πάντες εφοβούντο, τον ενεπιστεύθη εις τον συνάδελφόν του, διερμηνέα του Γαλλικού, ως προανέφερα Προξενείου, Ιωάν. Λάππαν. Τούτον, πιθανόν να υποψιάζωντο οι Τούρκοι, πλην όμως, ως προξενικός υπάλληλος έχαιρεν της διπλωματικής ασυλίας. Στο σπίτι του λοιπόν, το αρχοντικό με την λιτή εξωτερική εμφάνιση, στη σημερινή γωνία των οδών Δαγκλή και Τσιριγώτη, απέναντι από την Αγροτική Τράπεζα, επήγαινε από την οδό Παύλου Μελά που έμεινε, η ανεψιά του Ι. Λάππα και κόρη του «Κτησία», η Αντιγόνη Τζαβέλλα και κρυπτογραφούσαν ή αποκρυπτογραφούσαν, με την συμμετοχή και του Ν. Χατέλη, τις πληροφορίες ή οδηγίες προς και από το Ελληνικόν Στρατηγείον στην Φιλιππιάδα και τέλος στο Εμίν Αγά.


Ακολουθεί μία απολύτως αγαστή συνεργασία παροχής πληροφοριών και διευκολύνσεων μέχρις ότου καταφθάνει ένα κρυπτογραφικόν ερώτημα. «Πόθεν ακοπώτερον καταλάβωμεν πόλιν;». Τα Γιάννινα διστάζουν νʼ αναλάβουν την ευθύνην της υποδείξεως. Το ίδιον και διά δευτέραν φοράν. Εν τω μεταξύ ο γνωστός μας Δ. Παπαϊωάννου πληροφορεί ότι εις τον δυτικόν τομέα, σπανίζουν εις τα πυροβολεία Δουρούτης, Σαδοβίτσας και Γαρδικίου οι πυροβοληταί. Έτσι εις το διά τρίτην πλέον φοράν υποβληθέν ερώτημα υπό του ιδίου του Διαδόχου Κωνσταντίνου, υποδεικνύεται παραπλανητική ενέργεια εξ ανατολών και επίθεσις εκ του αριστερού διά Μανωλιάσης – Αγ. Νικολάου. Όπερ και εγένετο. Αλλά και ο Στρατηγός Πυρ/κού Παν. Δαγκλής, αρχάς Φεβρουαρίου είχε ανεβάσει έναν ουλαμόν ορειβατικού πυροβολικού εις την θέσιν δύο βουνά της Ολύτσικας.


Την 19 Φεβρουαρίου αρχίζει η παραπλανητική εξ ανατολών επιχείρησις και την 20ήν περί την 10ην πρωινήν ώρα, η κυρία επίθεσις, εκ δυσμών (αριστερών του Ελ. Στρατού) ενώ είχεν προηγηθεί η βολή του ορειβ. πυρ/κού, η οποία έτρεψεν εις φυγήν τους Τούρκους της Μανωλιάσας και Αγ. Νικολάου. Απ' εκεί πλέον ο Βελισσαρίου με τους Τσολιάδες του ξεχύθηκαν στον κάμπο των Γιαννίνων και παραβαίνοντας τις εντολές που είχαν, έφθασαν το βράδυ στον Αγ. Ιωάννη Μπουνίλας, οπόθεν ο Βελισσαρίου εσυνόδευσεν εις Εμίν Αγά την επιτροπήν παραδόσεως της πόλεως.


Και θα τελειώσω εδώ με κάποια αποσπάσματα, από το πώς είδε την Απελευθέρωση ένα ξένο μάτι, αυτό της G. Chantepleure. «...Τα Ιωάννινα η Οθωμανική πόλη... την οποία δεν κατόρθωσε να υποτάξει η δουλεία πέντε αιώνων ...εθαύμασα το πολύτιμον αυτό φυτόν του Εσθήματος, το οποίον δεν έπαυσε ποτέ νʼ ανθίζει επί του ξηρού εδάφους ...ομολογώ ότι δεν εφανταζόμην ποτέ, ότι θα επραγματοποιείτο ο πόθος των... όλοι έκλαιον, εγελούσαν ...με έκστασιν εφώναζαν Ζήτω η Ελλάς, Ζήτω ο Ελληνικός Στρατός, Ζήτω ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, Χριστός Ανέστη... διότι το θαύμα της αναστάσεως είχε πράγματι συντελεσθή εις τας καρδίας των ...εις μίαν στιγμήν το έδαφος εκαλύφθη από ερυθρά κουρέλια (σχισμένα φέσια) ...ο Ελληνικός ύμνος προς την Ελευθερίαν ηχεί θριαμβευτικώς... το ωραίον χρώμα της ελληνικής σημαίας θωπεύει την πόλιν και ο κυανός ουρανός, τον οποίον λευκός λεπτός ασμός περιβάλλει, φαίνεται ως να φέρει τα εθνικά χρώματα του ενδόξου κράτους!.. Πραγματικώς όλα αυτά είναι σαν ένα ωραίο όνειρο!..».






Οι πρόδρομοι της Απελευθέρωσης των Γιαννίνων από τον Τουρκικό ζυγό
Επιμέλεια: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Γ. ΜΑΝΟΣ

Μεγάλη ημέρα υπήρξε η 5η Οκτωβρίου του 1912 όπου ο αντιστράτηγος Σαπουντζάκης Κ. έδωσε την διαταγή της εξόρμησης των στρατιωτών από την Άρτα, για να διαβούν γρήγορα τη γέφυρα του Αράχθου διώχνοντας τον εχθρό με προορισμό τα Γιάννινα.


Την απελευθέρωση της Ηπείρου όμως αρκετά χρόνια πριν αυτού του γεγονότος υπήρξε μια άλλη ημερομηνία. Ήταν 25 Μαρτίου του 1906 όπου Ηπειρώτες στην Αθήνα ίδρυσαν την Ηπειρωτική Εταιρία των οποίων τα ονόματα αναφέρουμε παρακάτω, όπως θα αναφέρουμε μαζί και τους πρόδρομους αγωνιστάς αντάρτες που συνετέλεσαν τα μέγιστα στην απελευθέρωση των Γιαννίνων την 21η Φεβρουαρίου 1913.


Στο βιβλίο του, λοιπόν, ο Αλέξ. Λιβαδεύς του έτους 1964 με τίτλο «Οι Πρόδρομοι της Απελευθερώσεως των Ιωαννίνων», ο Γ.Γ. της Η.Ε. στη σελ. 30 γράφει:


«Την 25 Μαρτίου του 1906 ιδρύεται εν Αθήναις υπό του Υπομοιράρχου Σπυρομίλιου, τη συνεργασία εξεχόντων Ηπειρωτών, Ηπειρωτική Εταιρία. Τα ονόματα των αποτελεσάντων το Συμβούλιο της Εταιρίας είναι τα ακόλουθα:


Γεώργιος Δούμας, Γενικός Διευθυντής ΣΠΑΠ, Σπύρος Σπυρομίλιος Υπομοίραρχος, Βασίλειος Μελάς Ανθυπίλαρχος, Χαρίλαος Λιάμπεης, Ανθυποπλοίαρχος, Χρήστος Χριστοβασίλης λόγιος, Μιλτιάδης Πανταζής Υφηγητής Πανεπιστημίου, Χρήστος Χρόνης υπολοχαγός Οικονομικού, Περικλής Καραπάνος Δικηγόρος, Παναγιώτης Δαγκλής Αντ/ρχης Πυροβολικού, Χρήστος Μαλάμος Ταγματάρχης Μηχανικού, Γεώργιος Γάγαρης Δημοσιογράφος, Αυγερινός Αβέρωφ πολιτευτής».


Η προεδρία της Ηπειρωτικής Εταιρίας ανετέθη εις τον αντισυνταγματάρχην Παναγιώτην Δαγκλήν, ο ιθύνων νους και η ψυχή της όλης δράσεως της Η.Ε. από της συστάσεως αυτής μέχρι της απελευθερώσεως της Ηπείρου, υπήρξε ο χαλκέντερος Σπυρομίλιος.


Το καταστατικό της Η.Ε. συγκαταλέγεται από 33 άρθρα. Το 30ο άρθρο έως το 33ο αναφέρονται εις τους ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΑΣ, το άρθρο 31 γράφει:


«Αι ομάδες συγκροτούνται υπό τμημάτων εντολή του Δ.Σ., σκοπός δε αυτών είναι ο σχηματισμός Ενόπλων Δυνάμεων, καλουμένης εν καιρώ τω δέοντι να δράσει αποφάσει του Δ.Σ. Εκάστη ομάς έχει τον αρχηγόν της όστις ορκίζεται υπό του οικείου Τμήματος του Δ.Σ.


Στα Γιάννινα έχει τώρα την έδρα της η Α΄ Διεύθυνσις της Η. Εταιρίας. Στην Πρέβεζας η Β. Διεύθυνσις και στο Αργυρόκαστρο η Γ΄ Διεύθυνσις.


Στην Α΄ Διεύθυνσιν δίδεται η ηγεσία εις τον υπολοχαγόν Τσιριγώτη και με εντολάς του κέντρου (Αθήνα) προβαίνει εις την επιλογήν προσώπων και εις την μύησιν ανδρών. Στην Α΄ Διεύθυνσιν συμμετέχουν ο Αλέξανδρος Λειβαδεύς με το ψευδώνυμον Λάϊος, Γραμματέας αργότερα της Διευθύνσεως, ο Μιχάλης Λόντος ως «Νίνυας», ο Αριστοτέλης Χρηστίδης «Γύλιππος», ο Σπύρος Κεφαλωνίτης ως αρχηγός κατασκοπείας κ.ά.


Οι εισερχόμενοι εις την οργάνωσιν είναι πάρα πολλοί, αλλά οι έχοντες σύνδεσμον με την Διεύθυνσιν, μετριούνται στα δάχτυλα. Η μυστικότης για το έργο και την ασφάλεια της οργανώσεως προϋποθέτει εκλεκτούς, καθαρούς και εγνωσμένης ικανότητος ανθρώπους. Επί του προκειμένου ο Καπετάν Κρομμύδας είναι απʼ αυτούς που μετριούνται στα δάχτυλα, γράφει στο βιβλίο του ο βιογράφος του καπετάνιου Γεώργιος Α. Μάνος και συνεχίζει. Ξεχωριστή θέση παίρνει ο Αλέξανδρος Λειβαδεύς (Τραπεζιτικός) που το ανήσυχο πνεύμα του δεν σταματά σε ορισμένη ακτίνα δράσεως όπως είναι τα Γιάννινα, πηγαίνει στον Μητροπολίτη Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα, ο οποίος την ημέρα του Αγίου Πνεύματος στη Μονή Παλιουρής ορκίζοντας τούτον (το έτος 1907) του ηυχήθη «να τον ακολουθεί πάντα το Άγιον Πνεύμα στον ιερό σκοπό που ανελάμβανε».


Στα τέλη του Ιουλίου 1908 ο ηγούμενος της Αγίας Αικατερίνης Άνθιμος Κτενιάδης ορκίζει επί του ιερού Ευαγγελίου τον Καπετάν Κρομμύδα ή Νοτιά κι έτσι ο δικέφαλος καλόν οιωνόν προβλέπει για τον μετέπειτα αγώνα του καπετάνιου.


Για την εποχή εκείνη και ιδιαίτερα με την ύπαρξη του νεοτουρκικού κομιτάτου, τα ανταρτικά σώματα του Βοριά και Νοτιά Πουτέτση και Κρομμύδα έδειχναν ζημιογόνα στον τόπο μας, γιʼ αυτό η Ηπειρωτική Εταιρία τα ανακάλεσε στην Αθήνα.


Η εφημερίδα του Λαβδανίτη, δημοσιογράφου και μετέπειτα υπουργού του Ελευθερίου Βενιζέλου Σπύρου Σίμου η ΠΑΤΡΙΣ στις 30 Μαρτίου 1909 έγραφε: «Υπό κακοβούλων μετʼ επιτάσεως διεδόθη ότι εις τα μέρη μας εξήλθον οι λησταί ΚΡΟΜΜΥΔΑΣ και ΠΟΥΤΕΤΣΗΣ με ισχυρόν ανταρτικόν Σώμα, αν και είμεθα εκ των προτέρων πλέον βέβαιοι, ότι η διάδοσις είναι ψευδεστάτη. Οι αγνοούντες που ευρίσκεται ο Κρομμύδας δύναται όσοι θέλουσι να τον ίδωσι εις τας εν Αθήναις Φυλακάς Μεντρεσέ όπου κρατείται από δύο περίπου μηνών υπό της Ελληνικής δικαιοσύνης και θα πεισθώσι ότι η Ελλάς μεριμνά περί της ησυχίας και της τάξεως εν Ηπείρω περισσότερον και αυτής της Τουρκίας»!


Έτσι οι πρόδρομοι της απελευθέρωσης της Ηπείρου, τα δυο βλαστάρια της Α΄ Διευθύνσεως Ιωαννίνων, οι κανακάρηδες του Αλεξάνδρου Λειβαδέως, τα παιδιά του Σπυρομίλιου και Δαγκλή, φέρνουν στην Ήπειρο με την αρματωμένη παρουσία τους το ταχύ προμήνυμα της λευτεριάς. Οι ΠΟΥΤΕΤΣΗΣ και ΚΡΟΜΜΥΔΑΣ.
Από την Καλαμπάκα γράφει σε δυο γραμμές στο Σπυρομίλιο:


«Καλαμπάκα 18-8-1912
Σεβαστέ πάτερ,
Προσκυνώ, ήλθον καλώς και πορεύομαι αισίως, θα βαδίσω αστραπιαίως. Σπύρος Μήτσης ή Κρομμύδας, προσκυνώ».


Η έξοδος του ΠΟΥΤΕΤΣΗ έλαβε χώραν το πρώτο 10ήμερο του Αυγούστου 1912, γράφει ο Λάϊος (Λειβαδεύς), υπηρετών τότε εις το εν Αγρινίω υποκατάστημα Εθνικής Τραπέζης έλαβε την 15 Αυγούστου 1912 που ανήγγειλε την έξοδόν του με κατεύθυνσιν προς Αργυρόκαστρον.
Η επιστολή αύτη έχει ως εξής:


«Αδελφέ Αλέκο. Απόψε διαβαίνω τα σύνορα· ο αρχηγός με διέταξε να πιάσω το Δέλβινο, για να οργανώσω το Κάστρο βγάζοντας ντουφέκια από την Κέρκυρα, έχων μαζί μου και τον Στέφανον που σε ασπάζεται· ήθελε να ακολουθήσει και ο Βασίλης και του κακοφάνηκε που δεν τον πήρα τι να τον κάνω αφού δεν τον ακούν τα ποδάρια. Μυρίζει μπαρούτι· οι Αρβανίτες σήκωσαν κεφάλι, τα πράγματα στένεψαν, μου φαίνεται θα ανάψει πέρα για πέρα το ντουφέκι. Δεν με άφησαν να πάρω πολλούς, μόνον σαράντα πέντε· θα πάρω παιδιά από το Τσιάμικο και Κούρεντα.
Ο Θεός βοηθός
Σε φιλώ από καρδιά
ο αδελφός σου Γιάννης».


Έτσι ο Καπετάν Πουτέτσης κατά διαταγή του αρχηγού αναχώρησε από Αραχωβίτσα, πέρασε τον Καλαμά, την επαρχία Πωγωνίου, για να φτάσει την 13 Σεπτεμβρίου στην Κρανιά. Σε συμπλοκή του με το Αλβανικών συμμοριών στρατιωτικό απόσπασμα, το αποτέλεσμα ήτο ο φόνος 12 Τουρκαλβανών. Από τη δύναμη του Πουτέτση τραυματίσθη ο φοιτητής Θεολογίας Στέφανος Πάντος εκ Σωτήρας υιός του Παπαφώτη Πάντου. Ο τραυματίας διεκομίσθη εις Λεσινίτσαν μέχρι ιάσεώς του, για να διεκομισθεί αργότερο εις Κέρκυρα.


Σε άλλη συμπλοκή την 26 Σεπτεμβρίου, κατόπιν προδοσίας εκυκλώθη το σώμα Πουτέτση εις το χωριό Τσούκα. Στην μάχη αυτή που ήταν (αιφνιδιαστική) εφονεύθησαν ο Γιάννης Πουτέτσης, ο ανηψιός του Γρηγόρης Μάντζαρης ή Φαρμάκης, ο Δ. Στήλος εκ του χωρίου Αλάμπεη και ένας χωροφύλακας από την Άρτα, ονόματι Νίκος Μάρκου (πληροφορία Θύμιου Λιόλιου).


Γεγονός είναι ότι η απώλεια ενός εκ των ικανοτέρων αρχηγών της Α΄ Διευθύνσεως υπήρξε αισθητικοτάτη σε καιρό που η πατρίδα αναζητούσε παλικάρια ισάξια του Γ. Πουτέτση, για την αντιμετώπιση από της πλευράς των ανταρτικών σωμάτων του Τουρκικού και Αλβανικού στρατού της Ηπείρου και μάλιστα 11 ημέρες πριν κηρυχθεί το πόλεμος για την απελευθέρωση της Ηπείρου.


ΤΡΕΙΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΝΤΑΡΤΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΜΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ.


Από το βιβλίο του Λάμπρου Μάλαμα «Πώς απελευθερώθηκε η Ήπειρος και η Μακεδονία το 1912-13» αντιγράφουμε τα παρακάτω.


Στη σελ. 17 γράφει: «Στην ανατολή του εικοστού αιώνα το έθνος σιγά-σιγά συνέρχεται από την πρόσφατη καταρράκωση και ταπείνωση του 1897.


Κι έτσι έχουμε την πρώτη δράση από τα κομιτάτα, τις πατριωτικές οργανώσεις και απ' όλα τα αντάρτικα σώματα στην Ήπειρο και στη Μακεδονία.


Ο Γιάννης Πουτέτσης, ο Σπύρος Κρομμύδας, ο Περιστέρης, ο Μπόλας, ο Αρκούδας, ο Μπράτος και τόσοι άλλοι οπλαρχηγοί γίνονται πρωτομάχοι στην Ήπειρο.


Στη Βόρειο Ελλάδα πρωτοστατεί ο Ηπειρώτης αξιωματικός Παύλος Μελάς και θυσιάζεται στον αγώνα.


Στη μάχη Σκάλα Παραμυθιάς πέφτουν ηρωικά μαχόμενοι οι Γιαννιώτες αντάρτες Γιώργος Μακαρόνας (Γ. Κύργιος), Κουτούπης κ.ά.


Στην Τσούκα Δελβίνου σκοτώνεται μια νύχτα ο αρχηγός του μαχόμενου Κομιτάτου Γιάννης Πουτέτσης, στις μάχες του Μετσόβου σκοτώνεται ο Καπετάν Κλειδής και Χριστόδουλος Σώζιος, δήμαρχος Λεμεσού και βουλευτής για τη λευτεριά της Ηπείρου.


Ο εχθρός εξουδετερώνεται από τα οχυρά της Ψήνας με γερή μάχη που δίνουν ο Χρήστος Μπράτος από το Γραμμένο, ο Σπύρο-Κρομμύδας με Γραμμενοχωρίτες, Ν. Μαγιόπουλο, Αρ. Παπανικολάου, Γούλα Ζούμπα, Χαράλαμπο Τσιάρα, Δ. Βούστρο κ.ά. που συντρίβουν τους Τούρκους στη μάχη της Λυκοστάνης και στη σελ. 41 γράφει: «Να τι μας αφηγείται ο αλησμόνητος δάσκαλος αγωνιστής Γ. Α. Μάνος από την Αετόπετρα στο βιβλίο του για τον Καπετάν Κρομμύδα: «Δυο γενναίοι οπλαρχηγοί του Στρατηγείου της Στρατιάς Ηπείρου, αρχάς Φλεβάρη του 1913, αφήνουν τους αντάρτες στην πρώτη γραμμή και ξεκινούν προς ΕΜΙΝ ΑΓΑ όπου και η έδρα του Στρατηγείου. Κατόπιν εντολής του επιτελείου παρουσιάζονται και εκθέτουν τας απόψεις των επί σχεδιασθείσης καταστροφής των Μύλων της Βελτσίστας.


Αυτοί είναι ο καπετάν Κρομμύδας και ο καπετάν Κολοβός. Η εντολή του Στρατηγείου λαμβάνεται από τον αντ/ρχην Μαλάμον που κατατοπίζει τον Κρομμύδα για το θέμα που θα συζητήσει στο Στρατηγείο.


«Σπύρο, είπε ο Μαλάμος, επρότεινα εσένα για μια επιχείρηση που σχεδιάζει το Στρατηγείο, κι αυτή είναι να καταστρέψεις τους Μύλους της Βελτσίστας, οι οποίοι τροφοδοτούν με αλεύρι τους Τούρκους». Ο Κρομμύδας γνώριζε καλά την περιοχή και τους ανθρώπους από τη γενικότερη ανταρτική δράση και σαν συντοπίτης κοντινός την καταγωγή του ήταν ο πιο κατάλληλος για το δύσκολο αυτό εγχείρημα. Όταν μαζί με τον Β. Κολοβό έφτασαν στο Εμίν Αγά κι εξέθεσε στους επιτελείς το σχέδιό τους, εκεί που συζητούσαν μπήκε τυχαία ο διάδοχος Κωνσταντίνος και παρακολούθησε την πεποίθηση του Κρομμύδα και Κολοβού για τη σίγουρη επιτυχία της αποστολής που καυχιόταν ότι:


«Οι μύλοι θα καταστραφούν οπωσδήποτε, έστω κι αν κανείς από μας, δεν πρόκειται να επιζήσει». Τότε ο διάδοχος ενθουσιάστηκε και τους χτύπησε στους ώμους λέγοντας «Με τέτοιους άνδρες μπορεί κανείς να κυριεύσει τον κόσμο».


Βρισκόμαστε στη νύχτα 10 προς 11 Φλεβάρη του 1913. Ο Καπετάν Κρομμύδας με τους αντάρτες του Κολοβού και του οπλαρχηγού Σ. Μπόλα, με οδηγούς τα πρωτοπαλίκαρά του Γιάννη Βάντζιο και Μήτρο Μπαλντά καταστρέφουν με την επικουρία των πατριωτών μυλωνάδων της Βελτσίστας όλους τους μύλους στο ποτάμι της «Κεφαλής» και της Παλιουρής συνολικά 23 μυλόπετρες.


Το τμήμα του ανθ/γού Στέφ. Γρανίτσα με τους οπλαρχηγούς Σταμάτη και Τζίμα είχανε πιάσει τη θέση του «Γκρέμιθα» για να εμποδίσουν κάθε κίνηση του εχθρού από τα Γιάννινα.


Ένας άλλος αγωνιστής ο Γιαννιώτης Σπύρος Βαζαλούκας αφηγήθηκε κάποτε τούτο περιστατικό. «Υπηρετούσα στο Σώμα του Καπετάν Τζώρτζη. Βαδίζουμε προς το Ρωμανό και Σιστρούνι. Πλαισιώναμε τη διλοχία του Τρυπογιώργου. Τότε μάθαμε από τον αγγελιοφόρο Λάμπρο Δαβή, Βαρλαμιώτη σύνδεσμο πως ο Μπεκήρ-Αγάς είχε επικηρυχτεί από τους δικούς μας αντί 10.000 δρχ. Είχε κυκλώσει με το τάγμα του τη δύναμη του Κρομμύδα που είχε τραυματιστεί στο χέρι.


Πλευροκοπήσαμε και σπάσαμε τον κλοιό. Τους διαλύσαμε τους Τούρκους. Ο Τρυπογιώργος τον αντάμωσε. Δέχτηκε τις ευχαριστίες του... αλλά του απάντησε:


«Η δόξα είναι δική σου καπετάν Κρομμύδα». Και ο γέρο Βαζαλούκας, τελειώνοντας είπε: «Η εξυπνάδα και η ψυχραιμία αυτού του ανθρώπου ήταν τρομερή» και στη σελ. 53 στο βιβλίο του ο Λάμπρος Μάλαμας γράφει:


«Η περίσφιξη του κλοιού
Στις 17 Φλεβάρη 1913 ο αρχηγός του Μικτού Σώματος αντισυνταγματάρχης Μαλάμος στέλνει αδιάκοπα αναφορές στο Εμίν Αγά.


Να τι λέει για παράδειγμα σε μια:


«Λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω ότι προχθές 15 τρέχοντος, 800 Τούρκοι επετέθησαν μετά 5 πολυβόλων κατά των Σωμάτων Κρομμύδα και Κολοβού, κατεχόντων την γραμμήν Ιωαννίνων-Φιλιατών παρά την θέσιν Σουλόπουλον.
Αποτέλεσμα της συναφθείσης μάχης ήτο η φυγή των επιτεθεμένων αφησάντων 50 νεκρούς, μεταξύ των οποίων και ο διοικητής των άνω δυνάμεων.
Αντισυνταγματάρχης Μαλάμος».


Τέλος με τον στρατό του Σαπουντζάκη και τα ανταρτικά σώματα Ηπειρωτών, Κρητών κλπ. φτάνουμε στην κατάληψη των Γιαννίνων την 21η Φεβρουαρίου 1913 και ο ιστορικός Γ. Ρούσσος στα Νέα της Αθήνας στις 26-2-77 έγραψε:


«Η απελευθέρωση των Γιαννίνων στοίχισε τριπλάσιο αίμα απ' όσο έπρεπε. Και γιʼ αυτό ευθύνεται ο διάδοχος Κωνσταντίνος, που για να ρεζιλέψει το στρατηγό Σαπουντζάκη (Βενιζελικό), αρνιόταν επί μήνες να στείλει στο Μπιζάνι μια-δυο μεραρχίες απʼ αυτές που κρατούσε κοντά του σε αδράνεια. Και όμως εξ αυτού του φθόνου και της ζήλιας παρά λίγο να χάσουμε τα Γιάννινα».




[πηγή: http://www.neb.gr/phpBB2/viewtopic.php?f=21&t=2622&start=0&st=0&sk=t&sd=a ]