"Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας."


(Παύλος Βρέλλης)




«Δεν ήρθε πρώιμα η άνοιξη κι ουδέ το καλοκαίρι.

Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδάμε,

γιατί ελευτερωθήκανε, αητέ, τα Γιάννενά μας!»



«Την Ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία,
αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο... »
[Ιπποκράτης]





ΑΦΑΝΗΣ ΗΡΩΣ στον πόλεμο για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων

[Κείμενο που μας έστειλε ο φιλόλογος καθηγητής από τη Χίο, κ. Λεωνίδας Πυργάρης, τον οποίο και ευχαριστούμε πάρα πολύ!]


 ΑΦΑΝΗΣ ΗΡΩΣ

   Εἷς ποιμὴν ἐκ Δωρίδος, διωκόμενος ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης δι’ ἀδίκημα κατὰ τῆς ἐξουσίας, ἀναγκάζεται νὰ ἑκπατρισθῇ καὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν τουρκοκρατουμένην τότε Ἤπειρον…

...Σιγὰ - σιγὰ τὰ χρόνια ἐπέρασαν. Κάτω ὅμως ἀπὸ τὸν ζυγόν, ὅπου διὰ μιᾶς μετεφέρθη, ἔπειτα ἀπὸ τὸν ἐλεύθερον ἀέρα τοῦ πατρικοῦ τόπου, ὁ βίαιος βουνίσιος δὲν ἄργησε νὰ ἐννοήσῃ τί εἶναι τὸ ἀγαθὸν ἐκεῖνο, ποὺ δὲν ἐξετίμα εἰς τὴν πατρίδα του. Ἡ πρώτη βρισιά, ποὺ ἐδέχθη κατάμουτρα ἀπὸ ἕνα βάρβαρον μπέην, τὸ πρῶτον κτύπημα εἰς τὴν ράχιν ἀπὸ τὸ μαστίγιον ἑνὸς ζαπτιέ*, τὸ ἀδιάκοπον σκύψιμον ἐμπρὸς εἰς τὸν τύραννον, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο πλέον ὁ φιλελεύθερος ἑλληνικὸς νόμος, ἔκαμαν σωτήριον ἐντύπωσιν εἰς τὴν ψυχήν του καὶ ἐδάμασαν τὸν χαρακτῆρά του. Ὁ ἀπείθαρχος, ὁ ἀρειμάνιος*, ὁ περιφρονητῆς τῆς ἰσοπολιτείας σιγὰ - σιγὰ ἐσφυρηλατήθη εἰς μετρημένον, ὑπολογιστικὸν ἄνδρα κάτω ἀπὸ τὴν δουλείαν καὶ τὸ βούνευρον*. Ἐκεῖ μόνος ἐννόησε τὰ ἀγαθά, ποὺ εἶχε, ποὺ περιεφρόνησε, ποὺ ἔχασεν εἰς τὴν στοργικὴν πατρίδα. Ἀλλ’ ἦτο πλέον ἀργά. Καὶ σιγὰ - σιγὰ ἐννόησεν ἀκόμη τὸν πόνον τῆς γῆς, ὅπου ἐγεννήθη, τῆς γῆς, ὅπου ἔθαψε τοὺς ἰδικούς του καὶ ὅπου τὸν συνέδεσαν τὰ γλυκύτατα χρόνια τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ὅπου οἱ ἄνθρωποι ὁμιλοῦν, σκέπτονται, ἔχουν τὰ ἴδια ἰδεώδη μὲ ἡμᾶς, ἀγαποῦν καὶ μᾶς συλλογίζονται. Τώρα θὰ ἔδιδε καὶ αὐτὸς, δὲν ἥξηερε τί, διὰ νὰ ἠμποροῦσε νὰ ξαναήρχετο, νὰ ξανάβλεπε μίαν μόνον στιγμὴ τὴν γαλανὴ βουνοκορφὴν τοῦ Παρνασσοῦ, τὶς γυμνὲς πλαγιές, ποὺ ὡδηγοῦσε τὰ κατσίκια του. Θὰ ἔδιδε χρόνια τῆς ζωῆς του διὰ μίαν Κυριακὴν πρωί, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν, ἢ ἕνα ἥσυχον ἀπόγευμα εἰς τὴν μακρινήν του στάνην, ὅταν ἄρμεγε κατὰ σειρὰν τὰ ἀσπρόμαλλα πρόβατά του καὶ ἐγέμιζε μὲ χιονάτο γάλα τὶς καρδάρες του. Καὶ ὁ πόνος αὐτὸς τὸν ἔκαμε νὰ προσκολλᾶται μὲ κάποιαν ἀπελπισίαν εἰς ὅ,τι ἔβλεπε νὰ τὸν πλησιάζῃ εἰς τὴν μακρινὴν πατρίδα, ἀνθρώπους, σκέψεις, ἄψυχα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα διὰ τὰ νοσταλγικὰ μάτια του ἔπερναν ψυχὴ καὶ φωνήν. Ἀπὸ πολίτης φιλήσυχος τώρα ἐγίνετο καὶ πατριώτης.

Σιγὰ - σιγὰ ἡ ἐπιχείρησίς του προώδευσεν. Ἀπὸ ἀγωγιάτης κατώρθωσε νὰ ἀγοράσῃ ἁμάξι. Τὴν εἰρηνικήν του ζωὴν ἦλθεν ἔξαφνα νὰ διακόψῃ ὁ πόλεμος τοῦ 1912. Οἱ Ἕλληνες, οἱ δικοί του, ἡ ἴδια μακρινὴ πατρίδα, ἤρχετο ὁλοζώντανη ἐκεῖ νὰ τὸν εὕρῃ. Μεταμορφωμένος τότε καὶ ὲκεῖνος ὁ ἀδάμαστος Δωριεὺς διέσχισε μίαν νύκτα τὰς γραμμὰς τῆς ἀμύνης καὶ μὲ τὸ μάουζερ ἑνὸς ἐχθροῦ, ποὺ ἀφώπλισε μέσα εἰς τὴν χαράδραν, ἔφθασεν εἰς τοὺς εὐζώνους, τοὺς συντρόφους του. Ὅλον τὸν καιρὸν τῆς πολιορκίας τῶν Ἰωαννίνων ὑπέμεινε τὴν πεῖναν, τὰς στερήσεις τὸ φαρμακερὸ κρύο, μὲ τὴν φτερωμένη ἐλπίδα νὰ μπῆ νικηφόρος κι αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς δικούς του εἰς τὰ Γιάννινα!
Ἄ! τὰ Γιάννινα, αὐτὰ τὰ Γιάννινα!...

Τὸ μάτι του δὲν ἄφηνε τοὺς μακρινοὺς ἄσπρους μιναρέδες, ποὺ ἐζωγραφίζοντο μικροσκοπικοὶ μέσα εἰς τὴν ὁμίχλην κοντὰ εἰς τὴν γαλανάδα τῆς λίμνης. Καὶ ἐπὶ τέλους τὰ Γιάννινα ἔπεσαν καὶ ἐμβῆκε κι αὐτὸς ἐνθουσιῶν θριαμβευτής, μὲ τὴν κεφαλὴν ὑψηλὰ εἰς τὸν τόπον, ὅπου τὸ βούνευρον τὸν εἶχε συνηθίσει νὰ σκύπτῃ.

Αἱ πρῶται ἡμέραι ἐπέρασεν μὲ τὴν φρενίτιδα τῶν ἐπινικείων, τὰ προσδεξίματα, καὶ τὰ γλέντια τῶν παλαιῶν φίλων του. Ἐπειτα ὅμως ἐσκέφθη νὰ ξαναπιάσῃ τὴν ἐργασίαν του. Ἀλλὰ τὸ ἁμάξι του εἶχεν ἐπιταχθῆ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Χωρὶς νὰ λυπηθῇ τότε, καὶ χωρίς νὰ διστάσῃ, ἐπῆγε πάλιν μισθωτός, ὅπως πρίν.
Ἡ ἐργασία του ἐξηκολούθησεν ἥσυχα κάμποσους μῆνας, ἕως ὅτου μίαν ἡμέραν δύο χωροφύλακες τὸν ἐκατέβασαν ἀπὸ τὸ ἁμάξι, τοῦ ἔδειξαν ἓν ἔντᾳλμα συλλήψεως καὶ τὸν ἐμπαρκάρισαν μὲ τὸ πρῶτον ἀτμόπλοιο διὰ τὸν Πειραιᾶ. Εἰς τὴν μέθη τῆς ἐλευθερίας εῖχε λησμονήσει ὅτι ἄλλοτε ὑπῆρξεν ἔνοχος ἀπέναντι τῆς θεᾶς αὐτῆς ποὺ ἐλάτρευε τώρα. Τώρα, εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ δικαστηρίου, σκυμμένος ἐμπρὸς εἰς τὰ ζευγάρια τῶν ματιῶν, ποὺ βαραίνουν ἐπάνω του, ἀκούει τὰς καταθέσεις διὰ τὸ παλαιὸν ἔγκλημά του.
Ὅταν τὸν ἐκάλεσαν ν’ ἀπολογηθῇ, εὗρε μόνον δύο, τρία τραυλισμένα λόγια, ποὺ εἶπε μὲ χαμηλωμένα μάτια:
- Ἔφταιξα... Ἔκαμα τὸ κακό. Ἀπὸ τότε ὅμως μετανόησα μὲ τὴν καρδιά μου... Συγχωρῆστε με.

Ὁ εἰσαγγελεύς, ἀμείλικτος* ὅπως ὁ νόμος, ὁ ὑπερασπιστὴς αὐτὸς τῆς ἀδικουμένης κοινωνίας, ἐζήτησε τὴν τιμωρίαν. Ἐνῷ ὅμως ἐπρόκειτο ν’ ἀποσυρθῇ τὸ δικαστήριον εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν διασκέψεων, θόρυβος ἠκούσθη εἰς τὴν εἴσοδον καὶ ἕνας κλητὴρ ἐφάνη νὰ πλησιάζη τὸν πρόεδρον καὶ νὰ τοῦ ὁμιλῆ διὰ κάτι βέβαια ἐντελῶς ἀσυνήθιστον, ὅπως ἐφαίνετο ἀπὸ τὴν ἔκφρασίν του. Ὁ κατηγορούμενος προσήλωσε τὰ μάτια του εἰς τὴν σκηνὴν αὐτήν, σὰν κάποιαν τελευταίαν καὶ ἀπρόοπτον ἐλπίδα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἤξευρε τί ἔπρεπε νἀ περιμένῃ ἢ νὰ ζητῇ· Ἐν τῷ μεταξὑ ἡ ἔκπληξις ἐφάνη νὰ ζωγραφίζεται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ προέδρου.

Ὁ μητροπολίτης Δαφνοκάστρου, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλοφυεστέρους ἱεράρχας τῆς ἀμφισβητουμένης, Ἠπείρου, μόλις φθάσας ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Σαράντα, ἐζήτει νὰ μαρτυρήσῃ εἰς τὸ δικαστήριον διὰ τὸν κατηγορούμενον.
Μ’ ὅλην τὴν παρατυπίαν* τοῦ πράγματος, τιμῆς ἕνεκεν, τὸ δικαστήριον παρεδέχθη ὁμοφώνως καὶ ὅλα τὰ βλέμματα ἐστηρίχθησαν γεμάτα περιέργειαν εἰς τὴν εἴσοδον. Ὑψηλός, ξηρός, μὲ χαρακωμένον ἀσκητικὸν πρόσωπον καὶ προώρως λευκασμένα γένεια, ἀλλὰ μάτια ποὺ ἔλαμπε κάποια φλὸξ ζωῆς συγκεντρωμένης, ὁ ἱεράρχης, στηριζόμενος εἰς τὴν ποιμαντορικὴν ράβδον, ἐπροχώρησεν εὐλογῶν. Ἔφθασεν εἰς τὴν θέσιν, ὅπου τὸν ἔφερεν ὁ κλητὴρ καὶ ἐκεῖθεν ἔφερε γύρω τὸ βλέμμα. Καὶ τὸ βλέμμα ἐκεῖνο ἔξαφνα ἐφωτίσθη ἀπὸ στοργὴν καὶ τρυφερότητα, μόλις ἐστάθη εἰς τὸ μέρος, ὅπου ἦτο ὁ κατηγορούμενος, ἐνῷ τὸ χέρι του μὲ τὴν ἱερατικὴν εὐλογίαν ὑψώνετο ἐντελῶς χωριστὰ καὶ αὐθόρμητον πρὸς αὐτόν. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐκεῖνος, διὰ μιᾶς τιναγμένος ἐπάνω, τρέμων, ἔμεινεν ἐκεῖ σὰν νὰ ἔβλεπεν εἰς αὐτὸν τὸν ἄγγελον ἐλευθερωτὴν, τὴν ἐξ ὕψους ἀντίληψιν καὶ σωτηρίαν.

Ὁ μητροπολίτης, ὄρθιος ἐμπρὸς εἰς τὸ ὄρθιον ἀκροατήριον, ἦλθεν ἀμέσως εἰς τὸ θέμα.
Μόλις ἔμαθε κατὰ τύχην τὴν δίκην ἐκεῖ ἐπάνω, ἐπῆρε τὸ πρῶτον ἀτμόπλοιον ποὺ εὗρε, καὶ εὐτυχῶς ἔβλεπεν ὅτι ἔφθασεν ἐν καιρῷ. Δὲν ἤξευρε τί ἦτο ἄλλοτε ὁ κατηγορούμενος, οὔτε ἤθελε νὰ τὸ μάθῃ. Ἐκεῖνος εἶχε καθῆκον καὶ ἤθελε νὰ εἴπη τί τὸν ἐγνώρισε δέκα ἔτη τώρα.

Καὶ ἤρχισε τότε μία μακρὰ καὶ παθητικὴ ἱστορία χρόνων ὁλοκλήρων. Ἕν τμῆμα τῆς ἱστορίας, ποὺ ἐγράφη μὲ αἷμα καὶ θυσίας μέσα εἰς ἐπιβουλάς*, κινδύνους καὶ ἀδιάκοπον καθημερινὸν ἀγῶνα μὲ τὸν ἐχθρὸν διὰ τὴν διαφύλαξιν τῆς ἑλληνικῆς Ἠπείρου. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ γίνουν χωρὶς ἀνθρώπους ἀφωσιωμένους, μὴ γνωρίζοντας φόβον. Ἤρχετο λοιπὸν νὰ εἴπη δι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὸ ἐδώλιον* τοῦ κατηγορουμένου. Ἦσαν ὅπλα, διὰ νὰ μεταφέρουν; Ἦσαν θύματα, διὰ νὰ φυγαδεύσουν; Ἦτο ἐπικίνδυνος ἀλληλογραφία νὰ στείλουν; Πληγωμένους ἀπὸ συγκρούσεις νὰ φέρουν εἰς ἀσφαλὲς μέρος; Ἦτο ἀνάγκη ὁδηγοῦ διὰ ἐπαναστατικὰ σώματα;
Αὐτὸς ἦτο πάντοτε ἐκεῖ, ταχύς, πρόθυμος ἀκατατόνητος, πάντοτε ἕτοιμος νὰ κινδυνεύσῃ καὶ νὰ θυσιασθῇ. Καὶ αὐτὸ δέκα ὁλόκληρα ἔτη, μίαν ὁλόκληρον ζωήν, ἕνα ὁλόκληρον ἀγῶνα μυστικόν, σιωπηλόν, ἐπίμονον, χωρὶς διακοπὴν καὶ χωρὶς ἀνάπαυσιν.
Καὶ ἦτο ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ὄχι μόνον δὲν ἐζήτησε ποτὲ τὸ παραμικρὸν δι’ ἑαυτόν, ἀλλ’ ἀπεναντίας ὁ θυσιάζων καὶ ἐκ τῶν ἰδικῶν του, ὁ ἀφωσιωμένος ὑπηρέτης τῆς ἰδέας, ὁ πρόθυμος στρατιώτης, ὁ ἕτοιμος νὰ ὁρμήση πρῶτος εἰς τὸν κίνδυνον, διὰ νὰ ἐπανέλθη ἀμέσως μετὰ τοῦτον, ταπεινός, ἀθόρυβος εἰς τὴν ἀφάνειαν καὶ τὴν σκιάν.

Δι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον ἦλθε τώρα νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὸ δικαστήριο, εἰς τοὺς Ἕλληνας δικαστάς. Αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον ἦλθε νὰ ζητήσῃ ἀκόμη ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους, διότι τὸν χρειάζεται ἀκόμη, διότι ὁ ἀγὼν δέν ἐτελείωσεν, ἀρχίζει πάλιν. Καὶ τὸν ζητεῖ ἐν ὀνόματι τοῦ ἐλέους, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, συγχωρῶν αὐτός, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ, κάθε ρύπον καὶ κάθε ἁμαρτίαν.

Τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ ἱεράρχου ἔπεσαν σὰν μεγαλόπρεπο κήρυγμα κάποιας βουλήσεως ἀνωτέρας, μέσα εἰς βαθεῖαν σιωπὴν ἀπὸ ἀνθρώπους συγκινημένους, θαμβωμένους, φρίσσοντας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἐξωτερικεύσουν τὴν συγκίνησιν παρὰ μόνον μὲ τὴν ἰδίαν νεκρικὴν σιγήν.

Ἀλλὰ ἀμέσως ἡ σιγὴ αὐτὴ ἐξέσπασεν σὰν ἀπὸ θάλασσα ἀναταραγμένη ἀπὸ τὴν ὁρμὴν τοῦ μελτεμιοῦ.
- Χάριν!... Ὅλοι ἐζήτουν χάριν!
- Ἀθῷος! ἠλάλαξε τὸ ἀκροατήριον.
Οἱ ἔνορκοι ἀμέσως τότε ἀπεσύρθησαν καὶ μετ’ ὀλίγον ἐξέδωκαν ὁμοφώνως τὴν ἐτυμηγορίαν των, διὰ τῆς ὁποίας ὁ κατηγορούμενος ἐκηρύσσετο ἀθῷος παμψηφεί.
Τὸ πλῆθος τότε φρικιάζον, τρέμον, οἰστρηλατούμενον* ἀπὸ τὸν κραδασμὸν τῶν νεύρων του, ἐσήκωσε τὸν θόλον τοῦ δικαστηρίου μὲ μίαν συντονισμένην ζητωκραυγήν...

Καὶ ἐνῷ ὁ ταπεινὸς δοῦλος ἔπεφτε μὲ πνιγμένα ἀναφιλητὰ εἰς τὰ πόδια τοῦ δεσπότη του ἀγκαλιάζων μὲ δακρυσμένα φιλήματα τὸ μαῦρον ράσον, ὅλον τὸ πλῆθος ὁρμοῦσε νὰ φιλήση καὶ αὐτό, νὰ εὐχαριστήσῃ τὸ ρυτιδωμένο ἐκεῖνο χέρι, τὸ ὁποῖον ἤξευρε τόσον καλὰ νὰ προτάσσεται διὰ τὸ ποίμνιόν του, ὅπως διὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν πατρίδα.

Περιοδ. «Παναθήναια» 1913 - 1914 Ἄγγ. Τανάγρας

(Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ, Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ν. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ,ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1966, σελ. 193-198)