"Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας."


(Παύλος Βρέλλης)




«Δεν ήρθε πρώιμα η άνοιξη κι ουδέ το καλοκαίρι.

Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδάμε,

γιατί ελευτερωθήκανε, αητέ, τα Γιάννενά μας!»



«Την Ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία,
αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο... »
[Ιπποκράτης]





«Χριστούγεννα στο Μέτωπο»

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ
Προφυλακές Ολύτσικα Ηπείρου, 24 Δεκεμβρίου 1912


Ξαστεριά∙ κλαράκι δεν κουνιέται. Το φεγγάρι φωτίζει καθαρά, κατακάθαρα τα βουνά της Μανωλιάσας και του Ολύτσικα, που τέτοια ώρα μας φαίνονται διπλά στον όγκο και στο ύψος. Μπορεί κανείς να διακρίνει τις προφυλακές μας επάνω σ’ αυτά, σωρούς από φαντάρους ριγμένους τον ένα επάνω στον άλλο, να ξεκουράζονται στην αστροφεγγιά, που είναι γι’ αυτούς πολύτιμη∙ γιατί δεν αφήνει τους Αρβανίτες να μεταχειριστούν ένα από τους φοβερούς τρόπους που ξέρουν, τον αιφνιδιασμό, για να φτάσουν στη γραμμή και να τους επιτεθούν. Θ’ αναπαυθούν απόψε.
Πού και πού κανένας από τους στρατιώτες μας πετιέται ξαφνικά και δος του επάνω κάτω να ζεστάνει λίγο το παγωμένο του κορμί.
Το δυνατό κρύο μας περονιάζει  τα κόκαλα και κάνει τη μέση μας και τις πλάτες να πονούν.
- Μια βραδυά είναι και αυτή και θα περάσει, βρε παιδιά∙ όλοι υποφέρουν σήμερα για την πατρίδα∙ όλα θα περάσουν, είπα. Ούτε κουβέντα πια...
            Γύριζα και δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου, ότι η βραδυά εκείνη ήταν Χριστουγεννιάτικη. Από τους στρατιώτες μου κανένας δεν το είχε σκεφτεί.
            Ήμουν νευρικός και προσπαθούσα να συνηθίσω τον εαυτό μου στη συγκίνηση που θα δοκίμαζα με τη χαρά των στρατιωτών μου για κάτι έκτακτο που τους προετοίμαζα.
            Βρισκόμουν απέξω από το καλυβάκι μας, όταν άκουσα το στρατιώτη, που έγραφε ένα γράμμα, να ρωτά πόσες του μηνός είχαμε.
- Ρώτα τον κυρ λοχία, του είπε ένας.
- Είκοσι τέσσερες, του φώναξα κι αποτραβήχτηκα βιαστικός.
- Βρε παιδιά, είκοσι τέσσερες! Παραμονή Χριστούγεννα σήμερα και δεν το σκεφτήκαμε... Για σκεφτείτε, βρε παιδιά... Έφτασαν στ’ αυτιά μου τα λόγια αυτά από δέκα στόματα.
            Είχα αρκετά τραβηχτεί από το φυλάκιο, όταν είδα τους φαντάρους μου ένα ένα να βγαίνουν από το καλυβάκι και να με πλησιάζουν∙ σε λίγο ήταν όλοι γύρω μου.
- Ακούς, Χριστούγεννα, κυρ λοχία, και να μην το καταλάβωμε καθόλου. Πώς θα την περάσουν την αυριανή μέρα τα καημένα τα σπίτια μας... Αχ! δόλια μάνα!
            Και κοίταζαν ο ένας τον άλλο και όλοι μαζί εμένα. Τι ζητούσαν από μένα; Κι εγώ είχα σπίτι και μάνα∙ η αλήθεια είναι ότι εγώ ήμουν ο μόνος ανώτερος τους εκεί.
            Ήμαστε όλοι περισσότερο περήφανοι, γιατί μια τέτοια μέρα τόσο υποφέραμε∙ ήμουν ακόμη πιο ευτυχής εγώ, γιατί περίμενα έπειτα από λίγο κάτι να παρουσιάσω στους στρατιώτες μου, που από μέρες τώρα ζούσαν μόνο με ψωμί, και αυτό σαν αντίδωρο.
            Σε λίγο ένας ένας τραβήχτηκαν στο καλυβάκι, κι έμεινα μόνος.
            Χριστούγεννα! Πώς περνούσαμε άλλες χρονιές με τον πατέρα, τη μητέρα και τ’ αδερφάκια μας! Από νωρίς ψώνια και ψώνια. Τα μικρά τι χαρές! Γέμιζε το σπίτι από γέλια κι απαιτήσεις.
- Μαμά, το βράδυ να με σηκώσεις να πάω στην εκκλησία.
- Καλά, κοιμήσου τώρα, αν θέλεις να σηκωθείς.
            Πώς πεταγόμαστε τη νύχτα από τον ύπνο, όταν ακούγαμε το γλυκό, χαρμόσυνο ήχο της καμπάνας. Στο δρόμο εκείνο το βράδυ κανένας φόβος∙ ένας ένας, νέοι, γέροι, γριές, παιδιά, χωμένοι στα παλτά τους, τραβούσαν για την εκκλησία∙ αλήθεια, πώς μας άρεσε κι εμάς των παιδιών η εκκλησία εκείνο το βράδυ. Και την άλλη μέρα τι χαρά! Χριστόψωμα, γαλοπούλες, φρούτα∙ παντού εορτάσιμα ρούχα, στα σπίτι, στους δρόμους, παντού. Ούτε σχολείο εκείνες τις ημέρες ούτε τίποτε.
            Και τώρα, επάνω στον Ολυτσίκα, έχομε το κανόνι για καμπάνα και το ύπαιθρο για εκκλησία∙ κάτι είμαστε κι εμείς τώρα. Πολλές φορές ο στρατηγός θα σκέφτηκε: «και από κει καλά είμαστε ασφαλισμένοι». Και οι στρατιώτες, επάνω στη Μανωλιάσα, που τους φυλάγαμε τα πλευρά, πάντα πιο ήσυχα θα κοιμούνταν, όταν μας ένιωθαν πλάι τους.
            Τι τιμή αλήθεια.
            Καλά ήταν τα περασμένα Χριστούγεννα, αλλά τα τωρινά είναι εκείνα που δε θα ξεχάσωμε ποτέ. Οι στρατιώτες μου κοιμούνται∙ τι όνειρα να βλέπουν; Ασφαλώς οι περισσότεροι θα είναι στα σπίτια τους, μερικοί και στην εκκλησία του χωριού τους.
            Βήματα από το μονοπάτι, που είχα προσδιορίσει για την επιστροφή του Δεναξά και του Πράγια, με έκαναν να τρέξω προς τα εκεί.
- Καλώς ώρισες, Δεναξά∙ τι γίνεται, βρε παιδί; πού είναι ο Πράγιας;
- Γεια σου, κυρ λοχία∙ χρόνια πολλά∙ με το καλό στα σπίτια μας, και του λόγου σου με μακρύ σπαθί.
            Με μακρύ σπαθί∙ ώστε το καταλάβαιναν οι στρατιώτες μου, ότι κάτι μπορούσε να βγει και για μένα από τη νίκη, σκέφτηκα.
- Ο Πράγιας, κυρ λοχία, εξακολούθησε ο Δεναξάς, ψήνει  το κρέας κάτω στη ρεματιά∙ σε μια ώρα θα είναι έτοιμο∙ έξη οκάδες χοιρινό πρώτης γραμμής∙ έχομε κι αλάτι και πιπέρι∙ ένα παγούρι κονιάκ, τρία κουτιά λουκούμια και δυο ψωμιά χωριάτικα, φίνα∙ μου είπε ο υποσιτιστής, ότι θα μας στείλουν και χριστόψωμα, αλλά αυτά, να σου πω, κυρ λοχία, δεν τα περιμένω∙ είδα να δουλεύουν δυο τρεις στους φούρνους, από εκείνους, που δεν έλεγαν καλημέρα σε φούρναρη στην πατρίδα.
- Άφησε τα σακκίδια, Δεναξά, απέξω από το καλύβι και πήγαινε, παιδί μου, να βοηθήσεις τον Πράγια.
            Έφυγε κι εγώ τράβηξα στο καλύβι. Τους βρήκα όλους να κοιμούνται.
- Ε, παιδιά, σηκωθείτε, τους είπα επιτακτικά∙ δε σεβάστηκα εκείνη τη στιγμή τον ύπνο τους.
            Ξαφνιασμένοι πετάχτηκαν όλοι επάνω και άπλωσαν τα χέρια στα τουφέκια.
- Τι είναι; τι τρέχει, κυρ λοχία; Είχαν συνηθίσει τόσον καιρό σε τέτοια ξυπνήματα.
- Καθίστε κάτω, τους είπα∙ αφήστε τα όπλα∙ δεν είναι τίποτε∙ κάτι ήθελα να σας πω.
            Κάθισαν ο ένας δίπλα στον άλλο, τακτοποιώντας τους μανδύες και τις παλάσκες τους, που τόσον καιρό τώρα έγιναν αναπόσπαστες από την  τουαλέττα του ύπνου τους.
- Ακούστε, παιδιά, να σας πω. Τέτοια μέρα και ώρα -ήταν περασμένα μεσάνυχτα- οι καμπάνες στα χωριά και στις πόλεις χτυπούν και οι Χριστιανοί πηγαίνουν στην εκκλησία, να γιορτάσουν τη γέννηση του Χριστού μας και να του ζητήσουν την ευλογία του. Κι εμείς εδώ επάνω, που είμαστε, δεν πάψαμε να είμαστε Χριστιανοί και να έχουμε ακόμη περισσότερη ανάγκη από τη βοήθειά του. Γι’ αυτό κι εγώ σας ξύπνησα, να κάνουμε την προσευχή μας και να πούμε κανένα χριστουγεννιάτικο τροπάριο∙ εγώ ξέρω μερικά, και, αν ξέρει και κανένας από σας, το λέει∙ δεν έκανα καλά, παιδιά;
- Καλά έκανες, κυρ λοχία.
            Γονάτισα και γονάτισαν και οι στρατιώτες μου∙ έκανα το σταυρό μου, τον έκαναν κι αυτοί με το κεφάλι κάτω.
- «Χριστός γεννάται, δοξάσατε...», ακούστηκε σιγανή, ραγισμένη από τη συγκίνηση, η φωνή μου.
            Μερικοί στρατιώτες μου σταυροκοπιούνται διαρκώς και άλλοι σταματούν για λίγο, για να ξαναρχίσουν πάλι∙ όλοι μουρμουρίζουν και βοηθούν. Τα δάκρυά μας κατρακυλούν στις άπλυτες γενειάδες μας∙ η συγκίνηση μας παραλύει τα σαγόνια και μας κόβει τη φωνή στο λαρύγγι.
            Δεν ξέρω πώς τελείωσε εκείνο το τροπάρι∙ ένας στρατιώτης αρχίζει τώρα δυνατότερα:
- «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει...».

Χαράλαμπος Βασιλογιώργης


Χαράλαμπος Βασιλογιώργης, «Χριστούγεννα στο μέτωπο»
(πηγή: Αναγνωστικό Στ΄ Δημοτικού, ΟΕΔΒ, 1939, 9-15)





Λεξιλόγιο:

προφυλακές                 =          τα μέτρα που λαμβάνονται για την ασφάλεια του στρατεύματος,
όταν αυτό σταθμεύει
αποτραβήχτηκα           =          απομακρύνομαι
αντίδωρο                     =          μικρό κομμάτι από πρόσφορο, το οποίο ο παπάς μοιράζει στο
                                                εκκλησίασμα μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας
ρεματιά                       =          στενό, μακρύ και βαθύ άνοιγμα σε ορεινό έδαφος, μέσα στο
οποίο κυλούν τα νερά χειμάρρου
φίνα                            =          εξαιρετικής ποιότητας ή μορφής· εκλεκτό
οκάδες                        =          παλαιά μονάδα βάρους
αναπόσπαστες            =          που δεν μπορούν να χωριστούν
τροπάριο                    =          λειτουργικός ύμνος


Ο πόλεμος του 1912-13
Οι επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στην Ήπειρο που άρχισαν τον Οκτώβριο του 1912 είχαν ως αντικειμενικό σκοπό την απελευθέρωση των Ιωαννίνων που συντελέστηκε την 1η  Φεβρουαρίου. Η Μανωλιάσσα ανήκει στη φυσική αμυντική οροσειρά που προστατεύει τα Γιάννενα. Και σαν τέτοια έχει υποστεί κατά καιρούς τις συνέπειες του πολέμου. Η Μανωλιάσσα πρωτοστάτησε στην απελευθέρωση της περιοχής των Ιωαννίνων. Στα 1912-13 για μισό χρόνο περίπου έγινε το επίκεντρο του απελευθερωτικού αγώνα της ενιαίας Ηπείρου.
http://www.manoliassa.gr

------------

Ευχαριστώ πολύ τη συνάδελφο Άντρη Χριστοδούλου, δασκάλα στο Δημοτικό Σχολείο Κιτίου (στη Λάρνακα της Κύπρου) που μου έστειλε το κείμενο το οποίο προτείνει το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου για να διδαχθεί επ' ευκαιρία των εορτών των Χριστουγέννων.