21 Φεβρουαρίου 1913 – 21 Φεβρουαρίου 2026 (113 χρόνια ελεύθερα Γιάννενα!)


«ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ! ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΘΗΚΕ... ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟI.»






"Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας."


(Παύλος Βρέλλης)




«Επέσανε τα Γιάννενα» - παρουσίαση




Παρακολουθήστε μια εξαιρετική παρουσίαση με τα ιστορικά γεγονότα
της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων
που επιμελήθηκε η Βάσω Ραμπαούνη 
και απολαύστε παράλληλα την εκπληκτική μουσική 
"Δημώδης Οδύσσεια" από το άλμπουμ: "Η Ήπειρος της Πεντατονίας"




Περιεχόμενα
______________________

Slide 1
Νοέμβριος 1912-Φεβρουάριος 1913 
«Ἐπέσανε τὰ Γιάννενα» 100 χρόνια πριν 
Επιμέλεια παρουσίασης: Βάσω Ραμπαούνη
Slide 2
Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913 
Η Βαλκανική πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους 1912 
Βαλκανικοί πληθυσμοί βρίσκονται υπό οθωμανική κυριαρχία.
Slide 3
Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913
 Αίτια: Προσπάθεια πλήρους εκτουρκισμού του οθωμανικού κράτους από τους Νεότουρκους
(διώξεις, μετοικεσίες πληθυσμών, κλπ.) 
Έξαρση του εθνικού αισθήματος των γειτονικών βαλκανικών λαών 
(Ελλήνων, Βουλγάρων, Σέρβων) 
απελευθέρωση αλύτρωτων αδελφών, ενσωμάτωση οθωμανικών εδαφών που κατοικούσαν
Slide 4
Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913 
Η κατάσταση στα Βαλκάνια το 1911, πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους 
Α’ Βαλκανικός πόλεμος ( Οκτώβριος 1912-Μάϊος 1913) 
Απόρριψη από την Τουρκία τελεσιγράφου της Ελλάδας, Σερβίας, Μαυροβουνίου, 
Βουλγαρίας για διασφάλιση της αυτονομίας των εθνικών μειονοτήτων τους, 
που ζούσαν στο έδαφός της.

Φωτογραφίες και βίντεο από την παρουσίαση του βιβλίου του Λεωνή Μιλτ. Καλβοκορέση στο Γυμνάσιο Σταυρακίου









 Ο δ/ντής του Δημ. Σχ. Σταυρακίου κ. Βασίλειος Ράπτης ανοίγει την εκδήλωση.
Το βιβλίο παρουσίασαν:
 η κα Σταματούλα Λογοθέτη, φιλόλογος, η κα Γεωργία Τσίμαρη, φιλόλογος,
η κα Μαριάνθη Παργανά, δασκάλα και ο κ. Χριστόφορος Πουλίζος, δάσκαλος.

 Ο περιφερειακός σύμβουλος της περιφέρειας Ηπείρου
κ. Ι. Καραμπίνας απευθύνει χαιρετισμό.


 Η δ/ντρια του Γυμνασίου κα Σταματούλα Λογοθέτη παρουσιάζει το βιβλίο του Λεωνή Μιλτ. Καλβοκορέση
«Ένας Χιώτης υμνεί την Ήπειρο», την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε το Γυμνάσιο Σταυρακίου
σε συνεργασία με το Δημοτικό Σχολείο Σταυρακίου
με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα ελευθερίας της Ηπείρου.


 Η πρώην καθηγήτρια φιλολογίας του Παν/μίου Ιωαννίνων κα Μ. Μάντζιου,
επίσημη καλεσμένη στην εκδήλωση,
εισηγείται τη σημασία της συμμετοχής των εθελοντών Μπιζανομάχων
στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων.


 Στην εκδήλωση έκανε παρέμβαση από τη Χίο, μέσω skype,
ο φιλόλογος καθηγητής κ. Λεωνίδας Πυργάρης
ο οποίος επιμελήθηκε τα κείμενα της ομιλίας του Λ. Καλβοκορέση,
καθώς και τα σχόλια του βιβλίου.


 Μετά την παρουσίαση του βιβλίου ακολούθησε εκδήλωση
στην οποία χόρεψαν παραδοσιακούς χορούς οι μαθητές και οι μαθήτριες
της Β΄τάξης του Δημ. Σχ. Σταυρακίου
με την επιμέλεια της γυμνάστριας κας Ε. Αδάμου.





Την εκδήλωση τίμησαν η σχολική σύμβουλος Π/θμιας Εκπ/σης Ιωαννίνων κα Ε. Σακελλαροπούλου,
 ο υπεύθυνος σχολικών δραστηριοτήτων Δ/θμιας Εκπ/σης Ιωαννίνων κ. Γ. Ράπτης
και η υπεύθυνη σχολικών δραστηριοτήτων Π/θμιας Εκπ/σης Ιωαννίνων κα Λ. Λιάτσου.
Επίσημη προσκεκλημένη ήταν η πρώην καθηγήτρια φιλολογίας του Παν/μίου Ιωαννίνων κα Μ. Μάντζιου.


 Στην εκδήλωση χόρεψαν παραδοσιακούς χορούς οι μαθητές και οι μαθήτριες του Γυμνασίου Σταυρακίου
με την επιμέλεια της γυμνάστριας του σχολείου κας Ν. Γιαννάκου.





 Την τεχνική και ηχητική μέριμνα της εκδήλωσης πρόσφερε εντελώς δωρεάν
ο κ. Α. Αθανασίου.






 Μετά τη λήξη της εκδήλωσης ακολούθησε γλέντι με τη συνοδεία παραδοσιακής ορχήστρας.



 Τους χορούς των μαθητών του Γυμνασίου συνόδευσε παραδοσιακή δημοτική ορχήστρα.


Κατάμεστη ήταν η αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του Γυμνασίου Σταυρακίου.







Έκθεση στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων με τίτλο: «Η Ήπειρος του Edward Lear» - 26/2 έως 30/4/2014



Η Ήπειρος και τα νησιά του Ιονίου κατά τον 19ο αιώνα υπήρξαν προορισμός περιηγητών και ζωγράφων, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει ο Άγγλος συγγραφέας παιδικών βιβλίων, ποιητής και ζωγράφος Edward Lear (1812-1888).
Στα μέσα του 19ου αιώνα, σε μια εποχή που φωτογραφία και καρτ ποστάλ δεν ήταν ακόμη τα προσφιλή μέσα αποτύπωσης των μακρινών τόπων, ο Edward Lear, κορυφαίος ρομαντικός τοπιογράφος, ταξίδεψε πεζός ή με άλογο σε άγνωστες και ερημικές γωνιές της Ελλάδας και άλλων χωρών της Μεσογείου, δημιουργώντας σχέδια, υδατογραφίες, λιθογραφίες και πίνακες.
Στην Ελλάδα έζησε τα καλύτερα χρόνια του ζωγραφίζοντας 3.000 έργα με ελληνικά θέματα, που σήμερα βρίσκονται σε Μουσεία και Συλλογές. Αποτύπωσε τόπους και τοπία, αλλά και ιστορικά γεγονότα, όπως η Τουρκοκρατία στην Ήπειρο, η Βρετανική Αρμοστεία στα Επτάνησα και ο ξεριζωμός των Σουλιωτών.
«Η Ήπειρος του Edward Lear» είναι ο τίτλος έκθεσης που θα φιλοξενηθεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων και η οποία περιλαμβάνει 70 έργα του καλλιτέχνη. Στόχος της έκθεσης είναι να παρουσιαστεί, μέσα από κείμενα, σπάνιες εκδόσεις, υδατογραφίες, ελαιογραφίες, λιθογραφίες και έργα άλλων τεχνικών, η έκδηλη αγάπη του βικτωριανού καλλιτέχνη για την Ήπειρο και τα Ιόνια Νησιά. Παράλληλα, εκτίθενται δημιουργίες άλλων καλλιτεχνών-περιηγητών, οι οποίοι, επίσης με την τέχνη τους, ύμνησαν την ομορφιά της Ηπείρου σαγηνεύοντας το ευρωπαϊκό κοινό.
Τα έργα που θα παρουσιαστούν προέρχονται από τις Συλλογές της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, του Γεωργίου Χ. Σουρτζίνου, του Αναστάσιου Παπασταύρου, του Παναγιώτη Τσιλίκη, του Ζήκου Παπαζώτου, τoυ Θωμά Μεσσήνη, της Μαίρης Κωνσταντίνου Καραμούτσου και του Ιδρύματος «Ακτία Νικόπολις» στην Πρέβεζα.
Η έκθεση πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ιωαννιτών, με την υποστήριξη της «Εταιρείας των Φίλων του Αρχαιολογικού Μουσείου Ιωαννίνων» και της «ΒΙΚΟΣ Α.Ε».

Πληροφορίες

Διάρκεια έκθεσης: 26 Φεβρουαρίου – 30 Απριλίου 2014, Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων (αίθουσα «Διώνη»). Ώρες λειτουργίας: Τρίτη-Κυριακή, 09:00-16:00.

«ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ» - ποίημα



ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ

Ποῦσαι, καϋμένε Ἀλῆ πασᾶ, νὰ ἰδῇς τὰ Γιάννενά σου
...Πῶς προσκυνοῦν τοὺς Ἕλληνας καὶ τὸν Διάδοχον τους.
Ποῦσαι νὰ ἰδῇς στὴ Γαλανὴ πῶς πέφτει η Τουρκιά σου,
...Πῶς τρέμει γῆ καὶ οὐρανὸς στῶν κανονιῶν τοὺς βρόντους.
====
Εἰς τῆς Ἠπείρου τὰ βουνὰ τὰ πολυχιονισμένα
...Στέκετ' ἡ δόξα σήμερα μὲ δάφνινο στεφάνι
Καὶ στεφανώνει τ' ἄξια ἐγγόνια τοῦ εἰκοσένα,
...Ἥρωας ζῶντας κ' ἥρωας ποῦ ἐπέσαν στὸ Μπιζάνι.
====
Τοῦ Πύρρου σήμερα ἡ πατρίς καὶ τ' Ἀλεξάνδρου ἡ χώρα
...Σμίγουν σ' ἐλεύθερο φιλί τὰ πονεμένα χείλια·
Κ' ἡ Ἑλλὰς ὁποῦ τὰς μοίρασε τῆς 'λευθεριᾶς τὰ δῶρα
...Ταῖς κόραις ἄγρυπνη φρουρεῖ ἀπ' τῶν ἐχθρῶν τὴν ζήλεια.

Θεσσαλονίκη
ΓΕΩΡΓ. Κ. ΧΑΛΚΙΑΣ

Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 22/2/1913

_______________

Το ποίημα δημοσίευσε η «Ηπειρωτική Εταιρεία» στη σελίδα της στο facebook


Edward Lear, 10 April 1857, Γιάννενα.


«49 σπάνιες φωτογραφίες των Βαλκανικών Πολέμων - μέτωπο της Ηπείρου» από το Ε.Λ.Ι.Α.

Το Ε.Λ.Ι.Α. [Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο] υλοποίησε το πρόγραμμα  "Πτυχές της νεώτερης ελληνικής ιστορίας μέσα από φωτογραφικές και εκδοτικές καταγραφές (1852-1980): Ανάπτυξη και Ανάδειξη Ολοκληρωμένων Συλλογών του Ε.Λ.Ι.Α." στο πλαίσιο του Ε.Π. "Κοινωνία της Πληροφορίας", Πρόσκληση 172, Μέτρο 1.3. : "Τεκμηρίωση, αξιοποίηση και ανάδειξη του Ελληνικού Πολιτισμού".

Το έργο περιλαμβάνει:

α) Επιστημονική τεκμηρίωση και ψηφιοποίηση 20.360 τεκμηρίων από τις συλλογές του Ε.Λ.Ι.Α.:

- Αρχείο του φωτογράφου Δ. Παπαδήμου
- Αρχείο Χαρτών της περιόδου (1852-1936)

 01. Βαλκανικοί Πόλεμοι, o διοικητής Ιωάννης Ε. Ιωαννίδης, ταγματάρχης Πυροβολικού, έξω από τη σκηνή του.


 02. Βαλκανικοί Πόλεμοι, αξιωματικοί του ελληνικού Πυροβολικού δίπλα σε κανόνι.


 03.  Βαλκανικοί Πόλεμοι, άποψη του Εμίν-Αγά.


 04. Βαλκανικοί Πόλεμοι, άποψη του όρους Ομίζικα(Ολύτσικα;) παρμένη από το ορεινό Πυροβολικό.


 05. Βαλκανικοί Πόλεμοι, γραμμή του ελληνικού πυροβολικού.


 06. Βαλκανικοί Πόλεμοι, γυναίκες της περιοχής στην ελληνική γραμμή.


 07. Βαλκανικοί Πόλεμοι, διπλάνα στο στρατιωτικό αεροδρόμιο Νικοπόλεως.


 08. Βαλκανικοί Πόλεμοι, Έλληνες πυροβολητές χτίζουν πέτρινα καταλύματα για τα κανόνια.


 09. Βαλκανικοί Πόλεμοι, Έλληνες στρατιώτες σε καταυλισμό.


 10. Βαλκανικοί Πόλεμοι, Έλληνες στρατιώτες, στο βάθος οικισμός.


 11. Βαλκανικοί Πόλεμοι, ελληνική γραμμή: σημείο αποθήκευσης εφοδίων.


Πώς προετοιμάστηκε η Ελληνική Επανάσταση του 1821.


Λεωνίδας Πυργάρης
Φιλόλογος Καθηγητής
2ο Γεν. Λύκειο Χίου
Χίος: 17 Μαρτίου 2014

Προς: Δημοτικό Σχολείο και
Γυμνάσιο Σταυρακίου
ΙΩΑΝΝΙΝΑ


Αξιότιμοι συνάδελφοι,,

Με την ευκαιρία προσεχώς τής Εθνικής επετείου τής 25ης Μαρτίου 1821, σας αποστέλλω την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορική μελέτη τού Νικολάου Β. Τωμαδάκη, τη σχετική με τους παράγοντες που προετοίμαζαν την Επανάσταση κατά τους χρόνους τής Τουρκοκρατίας.
Η εν λόγω μελέτη, η οποία γράφτηκε γύρω στο 1950, προέρχεται από το «Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν ΗΛΙΟΥ» (τόμος 7, σσ. 329-333).
Μετέφερα το κείμενο από τη βαριά καθαρεύουσα σε σημερινή στρωτή δημοτική γλώσσα, εφαρμόζοντας καινούργια δομή και παραγραφοποίηση. Σεβάστηκα απολύτως το περιεχόμενο και την ουσία τού αρχικού κειμένου.

Ένα δεύτερο κείμενο που σας επισυνάπτω είναι ένα στοχαστικό δοκίμιο τού Μιχαήλ Περάνθη, γραμμένο το 1974. Λέγεται «Δοκίμιο Πατριωτισμού», και φρονώ ότι ιδίως υπό τις παρούσες συνθήκες που τελεί η Χώρα αυτό το κείμενο καθίσταται διδακτικά χρήσιμο προς όσους μάς κυβερνούν!

Το τρίτο κείμενο παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, διότι αποτελεί την προσωπική κατάθεση κάποιου μικρού Χιώτη, διωγμένου από το νησί κατά τα γεγονότα τής Σφαγής το 1822 και περιπλανώμενου στην Πελοπόννησο.

Αυτά τα αρχεία, τα οποία είναι πλήρως επιμελημένα από γλωσσική άποψη, αν το κρίνετε σκόπιμο, αξιοποιείστε τα.


Α) ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

(Νικολάου Β. Τωμαδάκη,1 σελ. 329-333, Τόμος 7, Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν ΗΛΙΟΥ)

[Απόδοση στη νεοελληνική: Λεωνίδας Πυργάρης-Φιλόλογος]


Πώς συντελέσθηκε το θαύμα τής ανάστασης τού ελληνικού Έθνους που επιχειρήθηκε κατά την τρίτη δεκαετία τού 19ου αιώνα; Πώς οδηγηθήκαμε στη δημιουργία νέου ελληνικού Κράτους; Τούτο υπήρξε έργο μονάχα τής γενιάς που σήκωσε τα βάρη τού Ιερού Αγώνα και έδωσε κατά τη διάρκειά του το αίμα της;
Όχι βέβαια! Η προπαρασκευή υπήρξε μακρά και συνεχής. Πέρασε από διάφορα στάδια και επιχειρήθηκε σε πολλούς τομείς:

Α΄ Μεγάλη Ιδέα. Οι Έλληνες ήταν λαός όχι νεοφανής στην Ιστορία ή χωρίς ιστορικό παρελθόν. Αντίθετα, κατά την Άλωση τής Πόλης (1453), είχαν γραμμένη πίσω τους λαμπρή ιστορία δυόμιση χιλιετηρίδων! Και μολονότι είχε μεταβληθεί, σε σχέση με την Αρχαιότητα, ο τρόπος τού σκέπτεσθαι, και ο Χριστιανικός Μεσαίωνας είχε ουσιαστικές διαφορές από τον Αρχαίο κόσμο ως προς την αντίληψη τών πραγμάτων, εντούτοις η ενότητα ήταν φανερή: ενότητα χρόνου, αίματος, χώρου και παράδοσης.
Οι Έλληνες κατοικούσαν τον ίδιο χώρο, κάτω από το Δούναβη, σε ολόκληρη τη Βαλκανική, στη Μικρά Ασία και στα νησιά τού Αιγαίου. Μιλούσαν, στη ροή τού χρόνου, συνεχώς και αδιαλείπτως την ελληνική γλώσσα, και αισθάνονταν ιστορικοί συνεχιστές τής ιστορίας τών προγόνων τους. Η ηρωική παράδοση τού ελληνικού έθνους υπήρξε ζώσα, καθ’ όλους τούς αιώνες, και οι συγγραφείς τής κλασσικής εποχής ποτέ δεν ήταν ξένοι στους μορφωμένους όλων τών εποχών. Η διάθεση και ροπή προς τη φιλοσοφία υπήρξε πάντοτε η ίδια, και τους αιρετικούς είχαν διαδεχθεί οι οπαδοί τής Αριστοτελικής Φιλοσοφίας ή οι Νεοπλατωνιστές. Από πολιτικοκοινωνική άποψη, οι Έλληνες είχαν άμεση αντίληψη τής ενότητας, όπως αυτή εκφράσθηκε κατά τη χιλιετή διάρκεια τής ελληνικής Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Ο Τούρκος έγινε ο κατακτητής, η βία και το σπαθί. Ο εξανδραποδισμός και η ερήμωση τής ελληνικής Ανατολής ήταν μονάχα η εξωτερική αλλαγή τού χώρου: Ως άνθρωπος ο Τούρκος κατακτητής δεν είχε το πνεύμα τού Έλληνα μήτε την πνευματικότητα τού Ευρωπαίου. Ως πολιτικός διοργανωτής πάλι υπήρξε ο Τούρκος οπισθοδρομικό και αντιδραστικό στοιχείο απέναντι σ’ έναν λαό που είχε δώσει σκληρούς αγώνες για την κατάκτηση τής ελευθερίας. Η ηρωική και πνευματική παράδοση τών Ελλήνων, ενιαίες και αχώριστες, αντιπροσωπεύονταν από την Εκκλησία και τους γραμματισμένους. Στο πρόσωπο τού Οικουμενικού Πατριάρχη, του περιβεβλημένου τον σάκκο τού Βυζαντινού Αυτοκράτορα και του στεμμένου με τη βασιλική μίτρα, έβλεπαν τον ηγεμόνα τού ζωντανού ελληνικού έθνους, τον προστάτη τών ιερών και αγίων, τον προστάτη τής γλώσσας, των ηθών και του ανθρωπισμού τών Ελλήνων!
Το όνειρο όλων ήταν η Μεγάλη Ιδέα, δηλαδή η επανίδρυση τής Αυτοκρατορίας που είχε εκπέσει, - και μάλιστα σε όλο της το μεγαλείο και την προηγούμενη έκταση, - ισχυρής και ανεξάρτητης, και η εγκαθίδρυση Ορθόδοξης Δυναστείας στην Κων/πολη, η οποία θα ξαναγινόταν η δόξα τού Ελληνισμού! Ο Τούρκος θα καταδιωκόταν μακριά, στα βάθη τής Αραβίας, στην κοιτίδα τής θρησκείας του, δηλαδή στην «Κόκκινη Μηλιά». Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, τον οποίο οι θρύλοι εμφάνιζαν κοιμώμενο μέχρι τη μέρα τής ανάστασής του, θα εγειρόταν, και με το σπαθί στο χέρι θα εκδίωκε μακριά τούς αντίχριστους τυράννους!
Η Μεγάλη Ιδέα θεωρήθηκε αργότερα ιμπεριαλιστική έκφραση τής ελληνικής διανόησης. Στην ουσία όμως ήταν η «εθνική ιδεολογία» ενός λαού, ο οποίος αφενός είχε μνήμη τού προγονικού του παρελθόντος και αφετέρου ήθελε, δια της προωθήσεως τού πολιτισμού και της ιδέας τής ελευθερίας, να διοχετεύσει τη ζωτικότητα και ενέργειά του στη μεταμόρφωση τού γεωγραφικού χώρου εντός του οποίου έζησε επί δύο ή τρεις χιλιετίες.
Η Μεγάλη Ιδέα είχε οπαδούς, οι οποίοι την εξέφρασαν με τον τρόπο του ο καθένας. Από το Γεώργιο Πλήθωνα, ο οποίος ήθελε να αναγεννήσει τον Αρχαίο κόσμο, και από τον Κύριλλο τον Λούκαρι, ο οποίος αισθανόταν Έλληνας, μέχρι τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον εξ απορρήτων, ο οποίος αναμείγνυε στο πολιτικό επίπεδο τούς δυτικούς – τους οποίους (προτεστάντες)ο Λούκαρις ανέμειξε στο εκκλησιαστικό επίπεδο – όλοι οι μεγάλοι τών πρώτων αιώνων τής δουλείας νοστάλγησαν μια Βυζαντινή Αυτοκρατορία ισχυρή και κραταιά, από άποψη κρατική αλλά και πνευματική!
Ανακινητές τής Μεγάλης Ιδέας υπήρξαν ο κήρυκας Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Ρήγας ο Φεραίος. Και οι δύο εμαρτύρησαν, όπως και ο Λούκαρις, για την προώθηση τής Μεγάλης Ιδέας. Για τον πατρο Κοσμά σημασία είχε η αφύπνιση τού Γένους και η παιδεία του. Και γι’ αυτό διέτρεξε τις ελληνικές επαρχίες, εκήρυξε το λόγο τού Ευαγγελίου, ίδρυσε Σχολεία, κατέστησε ενεργό την Εκκλησία. Για το Ρήγα Φεραίο, ο οποίος έπεται τού Διαφωτισμού, σημασία είχε η πολιτική διαφώτιση και η επανάσταση τών Βαλκανικών λαών με οδηγούς και εμψυχωτές τούς Έλληνες. Η Χάρτα, - επί της οποίας σημειώνονται τα ονόματα τών αρχαίων πόλεων, τα νομίσματα αυτών των πόλεων, και τόσες άλλες αναδρομές στο παρελθόν, - δείχνει ότι τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ο Ρήγας είδε όχι μόνο σε έκταση ίση προς την Αρχαία Ελλάδα και τον Ελληνισμό τών Μέσων Χρόνων, αλλά και πνευματικώς ισάξια.
Με ποιο τρόπο όμως θα συντελείτο η καθολική συνείδηση τής Παράδοσης, δηλαδή η αξιοποίηση τού ένδοξου παρελθόντος; Δια της εγκαυχήσεως μόνον και της στείρας μιμήσεως; Όχι! Η Παιδεία ήταν εκείνη η οποία θα χορηγούσε συνείδηση στο Έθνος, η Παιδεία θα έρριχνε φως στο σκότος, θα ενδυνάμωνε τις ψυχές, θα θέρμαινε την πίστη, θα παρείχε τα μεγάλα παραδείγματα, θα αναδείκνυε τις αξίες και θα ακόνιζε το νου τών Γραικών. Την Παιδεία όμως δεν άφηνε ελεύθερη ο κατακτητής, αφενός στερώντας από τους υποδούλους τα μέσα συντήρησης τών Σχολείων, και αφετέρου θέτοντάς την υπό περιορισμό. Η δουλεία μείωσε τον αριθμό τών εγγράμματων, κατέστησε σπάνια τα χειρόγραφα, ελάχιστα τα βιβλία, ακριβά τα μέσα τών σπουδών. Χαμήλωσε το επίπεδο τής αρχαιογνωσίας, η οποία ήταν το κλειδί για τη γνώση τού Αρχαίου κόσμου. Μάρανε το ανήσυχο φιλοσοφικό πνεύμα, δια του οποίου ο άνθρωπος εισχωρεί στην ουσία τών πραγμάτων πέραν τής επιδερμικής τους θεώρησης. Οι καρποί τής Δυτικής Αναγέννησης ήταν ακριβοί στις αγορές τής Ανατολής. Επιπλέον, η ανάπτυξη τών θετικών επιστημών αντιμετωπιζόταν με καχυποψία από τους μοναχούς ως επικίνδυνη και ολέθρια για τη θρησκευτική πίστη. Είναι γεγονός ότι η Εκκλησία συντήρησε τα στοιχειώδη Σχολεία για να προετοιμάζει μέσα σ’ αυτά τους δικούς της λειτουργούς και ψάλτες. Αλλά πέραν τούτου, κάλυψε με το μανδύα τών ιεροσπουδαστηρίων την κοσμική μόρφωση που παρείχε στους τροφίμους τών διαφόρων Σχολών, μόρφωση και στα ανθρωπιστικά γράμματα αλλά και στις θετικές επιστήμες. Δάσκαλοι αυτών τών αντικειμένων γίνονταν οι εγγράμματοι κληρικοί. Από την πρωτόγονη βαθμίδα τού Κρυφού Σχολείου, το οποίο λειτουργούσε στους νάρθηκες τών Εκκλησιών, φθάσαμε στην Αθωνιάδα, στην Αυθεντική Σχολή τού Βουκουρεστίου, στα Γυμνάσια τής Χίου, της Σμύρνης, των Κυδωνιών, στα ανώτερα Σχολεία τών Αθηνών, των Ιωαννίνων, της Δημητσάνας, και φυσικά στη Μεγάλη τού Γένους Σχολή τής Κων/πόλεως (Πατριαρχική Ακαδημία κ.λπ). Έτσι κατέστη δυνατό να διδάξουν άνδρες όπως ο Ευγένιος Βούλγαρις ή ο Κοσμάς Μπαλάνος και να προπαρασκευασθεί η ευρεία παιδευτική δράση τού Κοραή.
Με βάση την ανωτέρω παρουσίαση, φαίνεται ότι η Παράδοση υπήρξε λογία παράδοση και φυτεύτηκε και ρίζωσε στην ψυχή τού λαού.
______________


1 Ο Νικόλαος Β. Τωμαδάκης (1907-1993) υπήρξε διευθυντής τού Ιστορικού Αρχείου τής Κρήτης (1935-37), διευθυντής τών Γενικών Αρχείων τού Κράτους (1947-50), και Πανεπιστημιακός Καθηγητής τής Βυζαντινής Φιλολογίας τού Παν/μίου Αθηνών (1950-71)....


«Ένας Χιώτης υμνεί την Ήπειρο» - παρουσίαση βιβλίου στο Γυμνάσιο Σταυρακίου


Το Γυμνάσιο Σταυρακίου σε συνεργασία με το Δημοτικό Σχολείο Σταυρακίου, εκδίδουν από κοινού, με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα ελευθερίας της Ηπείρου, ένα επετειακό-ιστορικό βιβλίο με τίτλο: «Ένας Χιώτης υμνεί την Ήπειρο». 

Στο βιβλίο αυτό ο εθελοντής Ηπειρομάχος Λεωνής Μιλτ. Καλβοκορέσης με την  «Περί Ηπείρου» διάλεξή του, την οποία εκφώνησε σε εκδήλωση στη Χίο ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, υμνεί την Ήπειρο και τους Ηπειρώτες και όπως λέει ο ίδιος: «Σκοπός τής παρούσης διαλέξεως είνε να θέσω ενώπιόν σας τα περί της χώρας, την ιστορίαν και τα περί της ανωμαλωτάτης καταστάσεως ήτις εγεννήθη εν χώρα Ελληνική εκ της συμφεροντολογίας και αδιαφορίας τών κρατών τής Ευρώπης.  Θα σας είπω δηλαδή ολίγα περί Ηπείρου».

Το σπάνιο αυτό ιστορικό υλικό πρόσφερε ο φιλόλογος καθηγητής από τη Χίο, κος Λεωνίδας Πυργάρης, ο οποίος είχε την επιμέλεια και τον σχολιασμό των κειμένων.

Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει σε εκδήλωση που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του Γυμνασίου Σταυρακίου την Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014 και ώρα 7:00 το απόγευμα. Στην εκδήλωση, μετά την παρουσίαση, θα χορέψουν παραδοσιακούς χορούς μαθητές και μαθήτριες από τα δύο συνεργαζόμενα σχολεία. 










ΤΟ ΣΟΥΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΝ


   Μεταξὺ τῶν στρατιωτῶν ποὺ ἐπολέμησαν μὲ τόσον ἡρωϊσμὸν διὰ τὴν κατάληψιν τοῦ Μπιζανίου τὸ 1913 ἦτο εἷς μικρὸς 13 - 14 ἐτῶν, μὲ ροῦχα βοσκοῦ, ἀσκεπής. Τὸν εἶχον εὓρει κατὰ τὴν νυκτερινὴν πορείαν εἰς τὸν δρόμον τῆς Μανωλιάσας καθισμένον ἐπάνω εἰς μίαν πέτραν. Ἐφαίνετο, ὅτι κάποιον ἐπερίμενε.
—Ποῖον περιμένεις; τὸν ἠρώτησεν ὁ λοχαγός.
—Τοὺς Ἕλληνας.
—Ἡμεῖς εἴμεθα. Τί θέλεις;
—Νὰ πολεμήσω τοὺς Τούρκους. Εἶμαι Σουλιωτόπουλο.
—Δὲν ἔχεις οἰκογένειαν;
—Ὄχι. Τὴν οἰκογένειάν μου τὴν ἐσκότωσαν οἱ Ἁρβανίτες, τὸ σπίτι μου τὸ ἔκαψαν οἱ Τοῦρκοι. Τὰ πρόβατά μου τὰ πῆραν καὶ τὰ ἔσφαξαν. Ἔφυγα κρυφὰ καὶ ἦλθα νὰ πολεμήσω, ἀπήντησε μὲ ἀπίστευτον θάρρος.
—Καλά, ἀκολούθησέ μας, ἀλλὰ δὲν εἶναι διὰ σὲ ὁ πόλεμος. Τὰ παιδιὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ πολεμήσουν. Θὰ σὲ στείλω μὲ πρώτην εὐκαιρίαν εἰς τὰς Ἀθήνας, νὰ σὲ βάλουν εἰς τὸ ὀρφανοτροφεῖον Χατζηκώστα, διὰ νὰ μάθῃς μίαν τέχνην νὰ ζήσῃς.
Ὁ μικρὸς ἐπλησίασε τοὺς στρατιώτας σιωπηλός. Σιγὰ σιγὰ ἔγινε ὁδηγός των εἰς τὸ δάσος, ποὺ τὸ ἐγνώριζε σπιθαμὴν πρὸς σπιθαμήν, διότι εἰς αὐτὸ ἔβοσκε ἄλλοτε τὰ πρόβατά του.
—Ἠμπορῶ νὰ πάρω ἕν ὃπλον; ἠρώτησε τὸν λοχαγόν, ἀφοῦ τὸν ἐπλησίασεν εἰς μίαν σύντομον ἀνάπαυσιν μετὰ τὴν πρώτην συμπλοκήν. Ὑπήρχον ἐδῶ κι ἐκεῖ πολλὰ ὅπλα, ποὺ τὰ ἐγκατέλειψαν φεύγοντες οἱ ἐχθροί.
—Πάρε το.

Καὶ ὁ μικρὸς βοσκὸς ἔτρεξεν εὐχαριστημένος εἰς τοὺς θάμνους διὰ νὰ πάρῃ τὸ βαρὺ ὅπλον καὶ τὰ φυσίγγια. Εἰς τὴν δευτέραν ἀντεπίθεσιν ἐχάθη. Τί ἔγινε; Κανεὶς δὲν τὸν εἶδε μέσα εἰς τὴν θύελλαν τῆς μάχης. Καὶ ὃμως εἶχε πολεμήσει ὄρθιος ὡς ἥρως. Ἐξήντλησεν ἐπιτυχῶς ὅλα του τὰ φυσίγγια, ἕως ὅτου ἐπληγώθη χωρὶς νὰ τὸν ἴδῃ κανείς. Οἱ δικοί μας τὸν εὑρῆκαν, ὅταν ἐπέστρεφον ἀπὸ τὰς καταληφθείσας θέσεις, διὰ ν’ ἀναπαυθοῦν. Ἦτο τραυματισμένος εἰς τὸν δεξιὸν βραχίονα, σχεδὸν ἀναίσθητος. Τὸ ξανθόν του κεφάλι ἦτο ἀκουμβησμένον ἤρεμα μὲ γαλήνην ἥρωος εἰς τὴν κάννην τοῦ ὅπλου.
-Πτωχό μου Σουλιωτόπουλο! Εἶπεν ὁ λοχαγὸς καὶ διέταξε νὰ τὸ μεταφέρουν ἀμέσως εἰς τὸ χειρουργεῖον. Ἀφοῦ τοῦ ἐκαθάρισαν τὸ τραῦμα, τὸ ἔδεσαν καὶ ἔστειλαν τὸν μικρὸν εἰς τὸ νοσοκομεῖον. Μετὰ ἕνα μῆνα τὸ Σουλιωτόπουλον ἐθεραπεύθη καὶ ἐστάλη εἰς Ἀθήνας, εἰς τὸ ὀρφανοτροφεῖον Χατζηκώστα, κατὰ σύστασιν τοῦ καλοῦ λοχαγοῦ, ὅπου ἔγινεν ἂριστος τεχνίτης. 
Ὁ μικρὸς Σουλιώτης ὄχι μόνον ἐγνώριζε νὰ πολεμῇ τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος του, ἀλλὰ καὶ νὰ προσέχῃ καὶ νὰ ἐργάζεται μὲ ἐπιμέλειαν ὅσον ὀλίγοι.

[Επιμέλεια κειμένου: Λεωνίδας Πυργάρης, φιλόλογος-καθηγητής, Χίος]

Ανθολογία κειμένων και διηγημάτων από παλαιά αναγνωστικά - Bιογραφίες ηπειρωτών εθνικών ευεργετών



Διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα που σχετίζονται με την Ήπειρο και βιογραφίες ηπειρωτών εθνικών ευεργετών τα οποία άντλησε από παλαιά αναγνωστικά και μας έστειλε ο φιλόλογος - καθηγητής από τη Χίο, κος Λεωνίδας Πυργάρης. 
Τον ευχαριστούμε θερμά και για το πλούσιο υλικό που μας διέθεσε και για τα φιλικά του αισθήματα απέναντι στην Ήπειρο και στους Ηπειρώτες!





___________________________________________________________________

Λεωνίδας Πυργάρης
Φιλόλογος Καθηγητής
Χίος, 28/12/2013
Προς: Δημοτικό Σχολείο Σταυρακίου
Ιωάννινα

Αγαπητοί συνάδελφοι δάσκαλοι,

Σας αποστέλλω:
α) τεσσάρων επιφανών Ηπειρωτών εθνικών ευεργετών την προσφορά και τις βιογραφίες:
τις οποίες άντλησα από παλαιά Αναγνωστικά Δημοτικού Σχολείου

β) ανθολογία κειμένων και διηγημάτων, εκ των οποίων τα περισσότερα σχετίζονται με τα Γιάννενα:

Εύχομαι σ’ εσάς και σ’ όλη την Ήπειρο «ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ και ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ.»

Λεωνίδας Πυργάρης
Χίος



Από φωτογραφία του Michael Vakaros

Καλή Χρονιά!





ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ (Προφυλακὲς Ὀλύτσικα Ἠπείρου, 24 Δεκεμβρίου 1912.)

Από το σχολικό αναγνωστικό του 1939.
Μας το έστειλε ο φιλόλογος - καθηγητής από τη Χίο κος Λεωνίδας Πυργάρης, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά και του ευχόμαστε «Καλά Χριστούγεννα».

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ
Προφυλακὲς Ὀλύτσικα Ἠπείρου, 24 Δεκεμβρίου 1912.

Ξαστεριά· κλαράκι δὲν κουνιέται. Τὸ φεγγάρι φωτίζει καθαρά, κατακάθαρα τὰ βουνὰ τῆς Μανωλιάσας καὶ τοῦ Ὀλύτσικα, ποὺ τέτοια ὥρα μᾶς φαίνονται διπλὰ στὸν ὄγκο καὶ στὸ ὕψος. Μπορεῖ κανεὶς νὰ διακρίνη τὶς προφυλακές μας ἐπάνω σ’ αὐτά, σωροὺς ἀπὸ φαντάρους ριχμένους τὸν ἕνα ἐπάνω στὸν ἄλλο, νὰ ξεκουράζωνται στὴν ἀστροφεγγιά, ποὺ εἰναι γι’ αὐτοὺς πολύτιμη· γιατὶ δὲν ἀφήνει τοὺς Ἀρβανίτες νὰ μεταχειριστοῦν ἕναν ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς τρόπους ποὺ ξέρουν, τὸν αἰφνιδιασμό, γιὰ νὰ φτάσουν στὴ γραμμὴ καὶ νὰ τοὺς ἐπιτεθοῦν. Θ’ ἀναπαυθοῦν ἀπόψε. Ποῦ καὶ ποῦ κανένας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες μας πετιέται ξαφνικὰ καὶ δός του ἐπάνω κάτω νὰ ζεστάνη λίγο τὸ παγωμένο του κορμί. Τὸ δυνατὸ κρύο μᾶς περονιάζει τὰ κόκαλα καὶ κάνει τὴ μέση μας καὶ τὶς πλάτες νὰ πονοῦν.

Μιὰ βραδυὰ εἶναι καὶ αὐτὴ καὶ θὰ περάση, βρὲ παιδιά· ὅλοι ὑποφέρουν σήμερα γιὰ τὴν πατρίδα· ὅλα θὰ περάσουν, εἶπα. Οὔτε κουβέντα πιά...

Γύριζα καὶ δὲν μποροῦσα νὰ βγάλω ἀπὸ τὸ μυαλό μου, ὅτι ἡ βραδυὰ ἐκείνη ἡταν Χριστουγεννιάτικη. Ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες μου κανένας δὲν τὸ εἶχε σκεφτῆ. Ἤμουν νευρικὸς καὶ προσπαθοῦσα νὰ συνηθίσω τὸν ἐαυτό μου στὴ συγκίνηση ποὺ θὰ δοκίμαζα μὲ τὴ χαρὰ τῶν στρατιωτῶν μου γιὰ κάτι ἔκτακτο ποὺ τοὺς προετοίμαζα. Βρισκόμουν ἀπέξω ἀπὸ τὸ καλυβάκι μας, όταν ἄκουσα τὸ στρατιώτη, ποὺ ἔγραφε ἕνα γράμμα, νὰ ρωτᾶ πόσες τοῦ μηνὸς εἴχαμε.

Ρώτα τὸν κὺρ λοχία, τοῦ εἶπε ἕνας.

Εἴκοσι τέσσερες, τοῦ φώναξα κι ἀποτραβήχτηκα βιαστικός.

Βρὲ παιδιά, εἴκοσι τέσσερες! Παραμονὴ Χριστούγεννα σήμερα καὶ δὲν τὸ σκεφτήκαμε... Γιὰ σκεφτῆτε, βρὲ παιδιά...

Ἔφτασαν στ’ αὐτιά μου τὰ λόγια αὐτὰ ἀπὸ δέκα στόματα. Εἶχα ἀρκετὰ τραβηχτῆ ἀπὸ τὸ φυλάκιο, ὅταν εἶδα τοὺς φαντάρους μου ἕνα ἕνα νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ καλυβάκι καὶ νὰ μὲ πλησιάζουν· σὲ λίγο ἦταν ὅλοι γύρω μου.

Ἀκοῦς, Χριστούγεννα, κὺρ λοχία, καὶ νὰ μὴν τὸ καταλάβωμε καθόλου. Πῶς θὰ τὴν περάσουν τὴν αὐριανὴ μέρα τὰ καημένα τὰ σπίτια μας... Ἄχ! δόλια μάνα!

Καὶ κοίταζαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ ὅλοι μαζὶ ἐμένα. Τὶ ζητοῦσαν ἀπὸ μένα; Κι ἐγὼ εἶχα σπίτι καὶ μάνα· ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐγὼ ἤμουν ὁ μόνος ἀνώτερός τους ἐκεῖ. Ἤμαστε ὅλοι περισσότερο περήφανοι, γιατὶ μιὰ τέτοια μέρα τόσο ὑποφέραμε· ἤμουν ἀκόμη πιὸ εὐτυχὴς ἐγώ, γιατὶ περίμενα ἔπειτα ἀπὸ λίγο κάτι νὰ παρουσιάσω στοὺς στρατιῶτες μου, ποὺ ἀπὸ μέρες τώρα ζοῦσαν μόνο μὲ ψωμί, καὶ αὐτὸ σὰν ἀντίδωρο. Σὲ λίγο ἕνας ἕνας τραβήχτηκαν στὸ καλυβάκι, κι ἔμεινα μόνος.

Χριστούγεννα! Πῶς περνούσαμε ἄλλες χρονιὲς μὲ τὸν πατέρα, τὴ μητέρα καὶ τ’ ἀδερφάκια μας! Ἀπὸ νωρὶς ψώνια καὶ ψώνια, Τὰ μικρὰ τί χαρές! Γέμιζε τὸ σπίτι ἀπὸ γέλια κι ἀπαιτήσεις.

Μαμά, τὸ βράδυ νὰ μὲ σηκώσης νὰ πάω στὴν ἐκκλησία.

Καλά, κοιμήσου τώρα, ἂν θέλης νὰ σηκωθῆς.

Πῶς πεταγόμαστε τὴ νύχτα ἀπὸ τὸν ὕπνο, όταν ἀκούγαμε τὸ γλυκό, χαρμόσυνο ἦχο τῆς καμπάνας. Στὸ δρόμο ἐκεῖνο τὸ βράδυ κανένας φόβος· ἕνας ἕνας, νέοι, γέροι, γριές, παιδιά, χωμένοι στὰ παλτά τους, τραβοῦσαν γιὰ τὴν ἐκκλησία· ἀλήθεια, πῶς μᾶς ἄρεσε κι ἐμᾶς τῶν παιδιῶν ἡ ἐκκλησία ἐκεῖνο τὸ βράδυ. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα τί χαρά! Χριστόψωμα, γαλοποῦλες, φροῦτα· παντοῦ ἑορτάσιμα ροῦχα, στὰ σπίτια, στοὺς δρόμους, παντοῦ. Οὔτε σχολεῖο ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες οὔτε τίποτε.

Καὶ τώρα, ἐπάνω στὸν ᾽Ολύτσικα, ἔχομε τὸ κανόνι γιὰ καμπάνα καὶ τὸ ὕπαιθρο γιὰ ἐκκλησία· κάτι εἴμαστε κι ἐμεῖς τώρα. Πολλὲς φορὲς ὁ στρατηγὸς θὰ σκέφτηκε: «καὶ ἀπὸ κεῖ καλὰ εἴμαστε ἀσφαλισμένοι». Καὶ οἱ στρατιῶτες ἐπάνω στὴ Μανωλιάσα, ποὺ τοὺς φυλάγαμε τὰ πλευρά, πάντα πιὸ ήσυχα θὰ κοιμόνταν, ὅταν μᾶς ἔνιωθαν πλάϊ τους. Τί τιμὴ ἀλήθεια!

Καλὰ ἧταν τὰ περασμένα Χριστούγεννα, ἀλλὰ τὰ τωρινὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ δὲ θὰ ξεχάσωμε ποτέ. Οἱ στρατιῶτες μου κοιμοῦνται· τί ὄνειρα νὰ βλέπουν; Ἀσφαλῶς οἱ περισσότεροι θὰ εἶναι στὰ σπίτια τους, μερικοὶ καὶ στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ τους. Βήματα ἀπὸ τὸ μονοπάτι, ποὺ εἶχα προσδιορίσει γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Δεναξᾶ καὶ τοῦ Πράγια, μὲ ἔκαναν νὰ τρέξω πρὸς τὰ ἐκεῖ.

Καλῶς ὥρισες, Δεναξᾶ· τί γίνεται, βρὲ παιδί; ποῦ εἷναι ὁ Πράγιας;

Γειά σου, κὺρ λοχία· χρόνια πολλά· μὲ τὸ καλὸ στὰ σπίτια μας, καὶ τοῦ λόγου σου μὲ μακρὺ σπαθί.

Μὲ μακρὺ σπαθί· ὥστε τὸ καταλάβαιναν οἱ στρατιῶτες μου, ὅτι κάτι μπορoῦσε νὰ βγῆ καὶ γιὰ μένα ἀπὸ τὴ νίκη, σκέφτηκα.

Ὁ Πράγιας, κὺρ λοχία, ἐξακολούθησε ὁ Δεναξᾶς, ψήνει τὸ κρέας κάτω στὴ ρεματιά· σὲ μιὰ ὥρα θὰ εἶναι ἕτοιμο· ἕξη ὀκάδες χοιρινὸ πρώτης γραμμῆς· ἔχομε κι ἁλάτι καὶ πιπέρι· ἕνα παγούρι κονιάκ, τρία κουτιὰ λουκούμια καὶ δυὸ ψωμιὰ χωριάτικα, φίνα· μοῦ εἶπε ὁ ὑποσιτιστής, ότι θά μᾶς στείλουν καὶ χριστόψωμα, ἀλλὰ αὐτά, νὰ σοῦ πῶ, κὺρ λοχία, δὲν τὰ περιμένω· εἶδα νὰ δουλεύουν δυὸ τρεῖς στοὺς φούρνους, ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ δὲν ἔλεγαν καλημέρα σὲ φούρναρη στὴν πατρίδα.

Ἄφησε τὰ σακκίδια, Δεναξᾶ, ἀπέξω ἀπὸ τὸ καλύβι καὶ πήγαινε, παιδί μου, νὰ βοηθήσης τὸν Πράγια.

Ἔφυγε κι ἐγὼ τράβηξα στὸ καλύβι. Τοὺς βρῆκα ὅλους νὰ κοιμοῦνται.

Ἔ, παιδιά, σηκωθῆτε, τοὺς εἶπα ἐπιτακτικά· δὲ σεβάστηκα ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸν ὕπνο τους.

Ξαφνιασμένοι πετάχτηκαν ὅλοι ἐπάνω καὶ ἅπλωσαν τὰ χέρια στὰ τουφέκια.

Τί εἶναι; τί τρέχει, κὺρ λοχία; Εἶχαν συνηθίσει τόσον καιρὸ σὲ τέτοια ξυπνήματα.

Καθίστε κάτω, τοὺς εἶπα· ἀφῆστε τὰ ὅπλα δὲν εἶναι τίποτε· κάτι ἤθελα νὰ σᾶς πῶ.

Κάθισαν ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλο, τακτοποιώντας τοὺς μανδύες καὶ τὶς παλάσκες τους, ποὺ τόσον καιρὸ τώρα ἔγιναν ἀναπόσπαστες ἀπὸ τὴν τουαλέττα τοῦ ὕπνου τους.

Ἀκοῦστε, παιδιά, νὰ σᾶς πῶ. Τέτοια μέρα καὶ ὥρα— ἦταν περασμένα μεσάνυχτα — οί καμπάνες στὰ χωριὰ καὶ στὶς πόλεις χτυποῦν καὶ οἱ Χριστιανοὶ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, νὰ γιορτάσουν τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ μας καὶ νὰ τοῦ ζητήσουν τὴν εὐλογία του. Κι ἐμεῖς ἐδῶ ἐπάνω, ποὺ εἴμαστε, δὲν πάψαμε νὰ εἴμαστε Χριστιανοὶ καὶ νὰ ἔχωμε ἀκόμη περισσότερη ἀνάγκη ἀπὸ τὴ βοήθειά του. Γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ σᾶς ξύπνησα, νὰ κάνωμε τὴν προσευχή μας καὶ νὰ ποῦμε κανένα χριστουγεννιάτικο τροπάριο· ἐγὼ ξέρω μερικά, καί, ἂν ξέρη καὶ κανένας ἀπὸ σᾶς, τὸ λέει· δὲν ἔκανα καλά, παιδιά;

Καλὰ ἔκανες, κὺρ λοχία.

Γονάτισα καὶ γονάτισαν καὶ οἱ στρατιῶτες μου· ἔκανα τὸ σταυρό μου, τὸν ἔκαναν κι αὐτοὶ μὲ τὸ κεφάλι κάτω.

«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε...», ἀκούστηκε σιγανή, ραγισμένη ἀπὸ τὴ συγκίνηση, ἡ φωνή μου.

Μερικοὶ στρατιῶτες μου σταυροκοποῦνται διαρκῶς καὶ ἄλλοι σταματοῦν γιὰ λίγο, γιὰ νὰ ξαναρχίσουν πάλι· ὅλοι μουρμουρίζουν καὶ βοηθοῦν. Τὰ δάκρυά μας κατρακυλοῦν στὶς ἄπλυτες γενειάδες μας· ἡ συγκίνηση μᾶς παραλύει τὰ σαγόνια καὶ μᾶς κόβει τὴ φωνὴ στὸ λαρύγγι. Δὲν ξέρω πῶς τελείωσε ἐκεῖνο τὸ τροπάρι· ἕνας στρατιώτης ἀρχίζει τώρα δυνατώτερα:

«Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει...».

Βοηθοῦμε ὅλοι, κρατοῦμε τὸ ἴσο. Ἡ πρώτη συγκίνηση πέρασε καὶ ἡ ψαλμωδία μας τώρα ἀκούγεται πιὸ ἁρμονική. Δυὸ στρατιῶτες μου κρυφομιλοῦν καὶ πιάνοντας τὰ τουφέκια τους ἑτοιμάζονται νὰ βγοῦν. Τοὺς κοίταξα στὰ μάτια.

Νὰ ἔρθουν κι ἐκεῖνοι οἱ καημένοι, ν’ ἀκούσουν λίγη λειτουργία, μοῦ εἶπαν καὶ ὑπονοοῦσαν τοὺς διπλοσκοπούς. Κι ἔφυγαν. Τὰ λόγια αὐτὰ μὲ συγκίνησαν τόσο πολύ, ποὺ νόμισα γιὰ μιὰ στιγμή, ότι θὰ σταματήση ἡ καρδιά μου. Τὸ στῆθος μου στένευε, τὰ μάτια μου ἔτρεχαν, τὁ σῶμα μου ἔτρεμε. Λειτουργία! Πραγματικὴ λειτουργία ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ εἶχε ἐξαγνίσει ὁ πόλεμος καὶ ποὺ τὴν καρδιά τους πλημμύριζαν τὰ πιὸ εὐγενικὰ αἰσθήματα. Ἠταν πραγματικὴ προσευχὴ ἐκείνη

«Ἡ γέννησίς Σου, Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν», ψάλλαμε τώρα. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη οἱ διπλοσκοποί, ποὺ τοὺς ἄλλαξαν οἱ ἄλλοι δυό, ποὺ βγῆκαν πρωτύτερα, πρόβαλαν τὸ κεφάλι τους στὸ καλύβι. Ἔκαναν τὸ σταυρό τους καὶ γονάτισαν κι αὐτοί. Δὲν ξέραμε τίποτε ἄλλο νὰ ποῦμε κι ἡ λειτουργία

τελείωσε. Οἱ στρατιῶτες μου σταυροκοπιόνταν ἀκόμη, ὅταν γύρισα μὲ τὸ σακκίδιο, ποὺ εἶχε ἀφήσει ἔξω ἀπὸ τὸ καλύβι ὁ Δεναξᾶς. Ἄνοιξα ἕνα κουτὶ λουκούμια καὶ τὸ πρότεινα στοὺς στρατιῶτες μου νὰ πάρουν ἀπὸ ἕνα· τὸ πῆραν. Τοὺς ἔδωσα καὶ τὸ παγούρι μὲ τὸ κονιάκ.

Πιέτε λιγάκι, παιδιά, νὰ ζεσταθῆτε καὶ νὰ εὐχηθῆτε γιὰ τὴ σημερινὴ ἡμέρα. Ἥπιαν ὁλοι καὶ τελευταῖος ἐγώ. Ἐτρέμαμε ὁλοι· μερικοὶ δὲν μπορούσαμε οὔτε νὰ εὐχηθοῦμε· σηκώναμε μόνο τὸ παγούρι στὴν ὑγειὰ τῶν ἄλλων, χωρὶς νὰ μιλοῦμε καθόλου. Νὰ καὶ ὁ Δεναξᾶς μὲ τὸν Πράγια μὲ τὸ ψημένο κρέας τεμαχισμένο σ’ ἕνα ἀντίσκηνο· οἱ στρατιῶτες τὰ ἔχασαν.

Ἄ! κὺρ λοχία, ποιός τὸ περίμενε!

Κι ἔνιωθα τὰ χέρια τους νὰ μοῦ χαϊδεύουν τὰ γένεια, τὰ μαλλιά, τὶς πλάτες· ἡ εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὴ μικρή μου φροντίδα γι’ αὐτοὺς μιὰ τέτοια μέρα ξέσπασε στὰ χάδια ἐκεῖνα. Πόσο ἤμουν εὐχαριστημένος γιὰ τὴ δική τους εὐχαρίστηση.

Ἐμπρός, παιδιά· τρῶτε καὶ ὁ Θεὸς νὰ δώση τὸ Πάσχα νὰ τὸ κάνωμε στὰ σπίτια μας νικητές.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὅλοι ψαχουλεύαμε, χωρὶς νὰ τρώη κανείς. Ἡ συγκίνηση μᾶς εἶχε κόψει τελείως τὴν ὄρεξη. Ὅποτε τὰ θυμήθηκα τὰ Χριστούγεννα ἐκεῖνα, ποτὲ δὲν μπόρεσα νὰ συγκρατήσω τὴν καρδιά μου νὰ μὴν τρέμη καὶ τὰ μάτια μου νὰ μὴν τρέχουν...

Χαράλαμπος Βασιλογιώργης

(ΔΗΜ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ-ΝΙΚ. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ-ΔΗΜ. Γ. ΖΗΣΗ Κ.Α., ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, 1939, σελ. 9-15)



Λίγες στιγμές ξεκούρασης για τους Μπιζανομάχους πριν από την επόμενη μάχη.
[Από τη συλλογή φωτογραφιών του Κων/νου Γκαρτζονίκα]

«Τα Χριστούγεννα στα παλιά Γιάννινα» - Της Ελένης Παναγωπούλου – Παπαθανασίου


«Τα Χριστούγεννα στα παλιά Γιάννινα»

Δεκέμβρης και τότε στα Γιάννινα των γραφικών των γειτονιών, των μαχαλάδων των απλών και των στενών με καλντερίμι σοκακιών.
Το χιόνι έπεφτε πυκνό, παχύ και αφράτο για μέρες μικρές, για νύχτες μεγάλες.
Μια ησυχία, μια ηρεμία, τίποτα δεν τάραζε τα σοκάκια και τους μαχαλάδες της ήρεμης πόλης. Οι ρόδες απ’ τις χαμάλες, τις σούστες και τα κάρρα, χώνονταν βαθειά μέσα στο χιόνι από το βάρος που είχαν οι πραμάτειες τους για την αγορά. Ούτε ένα γαύγισμα σκύλου, ούτε ένα νιαούρισμα γάτας. Αχός μουντός σηκώνονταν από τη μεριά του Κουρμανιου. Η πόλη ξυπνούσε. Οι πραματευτάδες με βροντερές φωνές διαλαλούσαν τις «πλούσιες» πραμάτειες.
Ο σαλεητντζής με το βαρύ χαλκωματένιο τσουκάλι κρεμασμένο στους ώμους του γυρόφερνε το αχνιστό του ρόφημα ανάμεσα στους ξεπαγιασμένους μεροκαματιάρηδες. Η τιμή του σαλεπιού φτηνή για όλα τα βαλάντια και η ενέργεια του πολύτιμη εκείνες τις ώρες.
Οι μποσταντζήδες του Μάτσικα απ’ τα χαράματα στο Κουρμανιό. Τα ολόφρεσκα ζαρζαβατικά της εποχής, έπαιρναν τις θέσεις τους πάνω στους ξύλινους πάγκους της Λαϊκής. Ανάμεσα τους νοικοκυρές με ψάθινα καλάθια, τρίχινα δίχτυα, ζεμπίλια και πάνινες τσαντοσακκούλες στα χέρια διάλεγαν προσεκτικά τα τριζάτα κουμπρολάχανα που θα έφτιαχναν τα πατροπαράδοτα γιαπράκια, το πρασσοσέλινο, με πράσσα, σέλινο, μακεδονήσι και χοιρινό, παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα φαγητά των ημερών εκείνων. Και αφού τελείωναν οι μποσταντζήδες με τον ανεφοδιασμό της πόλης από λαχανοζαρζαβατικά, ξαπόσταιναν στο στέκι, το μαγειριό του «Ντίβα» τρώγοντας αχνιστό καλομαγειρεμένο πατσά.
Οι σιμιντξήδες γύρω από το Φρούριο, το Κάστρο, απ’ τα μεσάνυχτα έκαιγαν τους φούρνους τους, ζύμωναν και φούρνιζαν καρβέλια και χριστόψωμα που την καθορισμένη ώρα μοστράριζαν αχνίζοντας στην καθαρή βιτρίνα. Μέσα στο στενό των «γύφτικων» αμόνια και γανωτήρια ζέσταιναν ανθρώπους και σιδερικά. Το καλάισμα στα συνιά, νταβάδες και τεντζερέδες γίνονταν με ξεχωριστή τέχνη και πολύ μεράκι. Τα μπακίρια γυάλιζαν, τα χαλκώματα άστραφταν στα σπίτια τα χαμηλά των Γιαννιωτών.
Στο Κριθαροπάζαρο, τα Χάνια ξεφάντωναν. Φωνές ανθρώπων, μουγκανητά ζώων, σ’ ένα αρμονικό ανακάτωμα. Οι χωρικοί των γύρω χωριών, ξημέρωναν στα Χάνια για να βρίσκονται πρωί-πρωί στο παζάρι, να προλάβουν να κάνουν και τα ψώνια τους για τις ημέρες τις καλές που έρχονταν.
Κορκάρι, μαλλιά για ξάνισμα και γνέσιμο, τομάρια, ήταν μερικές βασικές ανάγκες τους από την πόλη έβαζαν όμως στο ταγάρι τους και κανένα κομμάτι γιαννιώτικο μπακλαβά, λουκούμια και ζαχαρωτά για τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Για τους χωρικούς εκείνος ο τόπος ήταν όλη η πόλη.
Τέλειωναν τις προμήθειες, συμμάζευαν τα ζωντανά τους και πάλι πίσω στο κονάκι τους, αφού έριχναν καναδυό ρακιά να ζεσταθούν στα καπηλειά του Κριθαροπάζαρου και του Γυαλί Καφενέ.
Τις μέρες εκείνες οι χιονισμένοι δρόμοι της μικρής μας πόλης, γέμιζαν από λογής-λογής ανθρώπους.
Ο μαθητόκοσμος, αρμάθες από νιάτα, παίζοντας χιονοπόλεμο έφτανε στα σχολεία τους με γέλια και με κλάματα από αδέσποτες χιονομπαλιές, έκαναν τις χριστουγεννιάτικες γιορτές, με ποιήματα, τραγούδια, διάλογοι και σκετς και ύστερα χαρούμενα σαν μια καλή «Αρμάδα» επέστρεφαν στα σπίτια τους όπου βοηθούσαν στις γιορτινές προετοιμασίες.
Οι μαγαζάτορες, ανεβασμένοι σε ράφια και βιτρίνες στόλιζαν το χώρο του καθημερινού «πάρε-δώσε» με τους γνωστούς και φιλικούς πελάτες, δίνοντας όψη γιορταστική.
Οι νοικοκυρές, στα σπιτικά τους, σερμπέτωναν ξεκάπνιζαν, σφουγγάριζαν πατώματα σανιδένια με βούρτσες και «τρινάλ» και τα έκαναν να λάμπουν όλα σαν την ασπράδα του χιονιού περιμένοντας με λαχτάρα την θεία γέννηση και τους ξενιτεμένους τους που τέτοιες μέρες φρόντιζαν να βρίσκονται ανταμωμένοι.
Ξημέρωνε η παραμονή. Απ’ τα χαράματα αδύνατες μικροκαμωμένες φιγούρες, χωμένες στα χοντρά «σαμαροσκούτινα» παλτά, γαλότσες λαστιχένιες, μάλλινα γάντια και κασκόλ κουκουλωμένες μέχρι τ’ αφτιά, αγουροξυπνημένες διαγράφονταν σαν νεραϊδογεννήματα στις χαμηλές εξώπορτες των σοκακιών. Με καθαρές φωνές έψελναν τα κάλαντα. «Δόξα θεώ, Θεόν ανυμνούσιν αγγέλων τα πλήθη… και του χρόνου κυρά». Οι κυράδες των φαμιλιών με τα πλατειά χαμόγελα, άνοιγαν διάπλατα τις πόρτες κι έμπαζαν στα χαγιάτια τους, τους μικρούς καλανταδόρους.
Τους φίλευαν χρήματα, κουραμπιέδες, κάστανα, μηλοκύδωνα, πολύχρωμα ζαχαρωτά κι εκείνοι έφευγαν ευχαριστημένοι για την παρακάτω πόρτα της γειτονιάς. Η χαρά τους δεν περιγράφονταν. Χιόνι, κρύο, παγωνιά δεν τα περόνιαζε, κι όταν η μέρα έφεγγε για τα καλά γίνονταν και η μοιρασιά. Η είσπραξη του καθενός ήταν αρκετή για να αγοράσουν με τα δικά τους χρήματα ότι ήθελε ξεχωριστό η καρδούλα τους εκτιμώντας με το παραπάνω τον κόπο για την απόκτηση του. Πόση ικανοποίηση στα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα τους.
Κι άστραφταν ακόμα πιο πολύ όταν φορούσαν τα καινούρια ρούχα και παπούτσια και πήγαιναν στην εκκλησία για να μεταλάβουν. Ψυχή, σώμα, καρδιά, άδολα, αγνά.
Η εξομολόγηση, η μεταλαβιά, η γονική ευχή και οι κανελλοτηγανίτες, τα προετοίμαζαν για τις χριστουγεννιάτικες γιορτές που τις περίμεναν μικροί-μεγάλοι με ανυπομονησία και χαρά μεγάλη. Το απόγευμα στόλιζαν το δέντρο. , Ένα πράσινο κλωνάρι, με χρυσωμένα καρύδια, τσίγαλα, λεφτόκαρα, κάστανα μαρόνια, εικόνες με αγγελούδια, μαρμαρόκολλες πολύχρωμες για αστέρια λαμπερά και μπόλικο βαμβάκι στόλιζε την γωνιά κάθε σπιτιού.
Κι ανήμερα τα Χριστούγεννα, γύρω από το γιορτινό τραπέζι οι μεγάλες φαμιλιές έτρωγαν, έπιναν, διασκέδαζαν όμορφα και μετρημένα μέσα στη γλυκιά θαλπωρή που σκόρπιζαν τζάκια και μαγκάλια χωρίς να αφήνουν κανέναν τους να ξεμυτίσει από τη ζεστή σπιτική αγκαλιά.
Έξω το χιόνι έπεφτε πυκνό, αθόρυβο, νανουριστικό και μέσα στα μαντζάτα πάνω στα μπάσια, παππούδες και γιαγιάδες με την περίσσεια τους αγάπη στόλιζαν τις παιδικές καρδούλες των εγγονιών τους με όμορφα παραμύθια, θρύλους και παροιμίες, μύθους και ιστορίες, κι έφτανε η παραμονή της Πρωτοχρονιάς Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά, Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία…
Τα σπίτια μοσχοβολούσαν από τις γιαννιώτικες κρεασόπιτες. Μές στα κοψίδια, στο ρύζι, στα κρεμμύδια, κρυμμένο και το φλουρί. Το «πάρτα όλα» της σβούρας που γύριζε πάνω στο τραπέζι και τα χρωματιστά «μπιρμπλιά» που γέμιζαν το σακουλάκι του νικητή τους έκανε να ξεχνούν την ώρα που θα ’κοβαν την πίτα για να βρουν το τυχερό φλουρί. Στα περισσότερα γιαννιώτικα σπίτια η σβούρα ήταν πολύ συνηθισμένη σαν έθιμο για τυχερό πρωτοχρονιάτικο παιχνίδι, καθώς επίσης και το σπάσιμο του ροϊδιού. Με το μπάσιμο του καινούριου χρόνου τα φώτα έσβηναν και κάτω απ’ το χαμηλό φως του καντηλιού έσπαζαν το ρόιδο που το φύλαγαν κρεμασμένο στο νταβάνι μέσα στον μσουνταρά μαζί με μηλοκύδωνα, αραποσίτια και φύλλα από καρυδιά για να μοσχοβολάει ο χώρος όλος. Τα σπόρια του ροϊδιού τα σκόρπιζε ο γεροντότερος στις 4 γωνιές της κάθε κάμαρας του σπιτιού μαζί με τον μικρότερο, τον Βενιαμίν της οικογένειας κάνοντας συνάμα και το ποδαρικό.
Η γνώση με την ξεγνοιασιά της ηλικίας εύχονταν υγεία, ευτυχία και αγάπη στο σπιτικό τους για όλη την καινούρια χρονιά.
Κι έρχονταν τα Φώτα κι όπως έλεγαν οι γιαγιάδες, τα καλικαντζαράκια τρύπωναν στις τρύπες τους τώρα που τα νερά θα αγιάζονταν. Το 12ημερο σεργιάνι τους απ’ την παραμονή των Χριστουγέννων, τέλειωνε με το αγίασμα των νερών. Μάλιστα έλεγαν ακόμα πως τέτοιες μέρες δεν έπρεπε να πετάξουν νερά το βράδυ έξω στα κατώφλια των σπιτιών που ήταν από λουσίματα, πλυσίματα στα λιγένια τα τσίγκινα καθώς σαπουνίζονταν οι νοματαίοι με «σπάρτσες» και μοσχοσάπουνα γιατί οι καλικαντζαραίοι θα τους έπαιρναν τη λαλιά τους. Γι’ αυτό και τα παιδιά φοβόνταν να βγουν το πρωί της παραμονής να πουν τα κάλαντα.
Το «σήμερα τα Φώτα και ο Φωτισμός» ακούγονταν αραιά και που στους μαχαλάδες και τα σοκάκια των Γιαννίνων. Περίμεναν να περάσει ο παππάς με το αγίασμα, να πιουν πρώτα αγιασμένο νερό και ύστερα να «ξεπορτίσουν»
Οι εκκλησίες γεμάτες κόσμο. Γυάλινα και χαλκωματένια λαΐνια γέμιζαν με ευλάβεια από αγιασμένο νερό, έπινε όλη η οικογένεια και το υπόλοιπο το φύλαγαν στο εικονοστάσι.
Το αγίασμα οι Γιαννιώτες το είχαν για μεταλαβιά σε βαρειά αρρώστους, ετοιμοθάνατους, όταν δεν προλάβαιναν να φωνάξουν τον παππά της ενορίας να τους μεταλάβει. Το έβαζαν και στο προζύμι για να φουσκώσει το ψωμί, ακόμα δε και στο ξεμάτιασμα. Η πίστη εκείνων των απλών ανθρώπων έκανε θαύματα. Και ήταν πραγματικό θαύμα το γεγονός όταν ανήμερα των Φώτων οι πιστοί κολυμβητές, βουτούσαν στην παγωμένη λίμνη κι έπιαναν τον Σταυρό χωρίς να αρρωσταίνουν ύστερα. Πασαλειμμένοι με μπόλικο λίπος σ’ όλο το κορμί, γλιστρούσαν σαν τα χέλια στα κρύσταλλα των νερών. Τα καΐκια και οι βενζίνες γεμάτες κόσμο, περίμεναν κυκλικά στο Μώλο που πανηγύριζε.
Μουσικές, ψαλμωδίες και ο Σταυρός ρίχνονταν ευλαβικά από το χέρι του Δεσπότη στην κρυσταλλωμένη Παμβώτιδα. Τα παλικάρια του Κάστρου, του Μάτσικα, του Κουρμανιού, της Σιαράβας έκαναν το σταυρό τους και με βαθύ μακροβούτι άρπαζαν το Σταυρό. Εκείνος που τον έπιανε, πήγαινε στον Δεσπότη, τον ευλογούσε και γίνονταν ο ευλογημένος της χρονιάς. Το πλήθος χειροκροτούσε, οι βενζίνες σφύριζαν, τα περιστέρια πετούσαν και η μέρα τελείωνε με την περιφορά του Σταυρού απ’ τον μισόγυμνο ευλογημένο κολυμβητή σ’ όλη την πόλη τη μικρή μέχρι το δειλινό.
Κείνα τα βράδια τα γιορτινά του Δεκέμβρη, τα κρύα, τα χιονισμένα, οι άνθρωποι, οι ζεστοί, οι φιλικοί μαζεύονταν μέσ’ τα μαντζάτα των κεραμιδοσκέπαστων σπιτιών, έψηναν κάστανα στην χόβολη των μαγκαλιών, κουβέντιαζαν μεταξύ τους κι ύστερα πήγαιναν νωρίς να κοιμηθούν για τον αυριανό επιούσιο. Τον αυριανό που ήταν ο ίδιος με τον χθεσινό και η ζωή συνεχίζονταν ήσυχα, ήρεμα κι απλά με ελπίδες κι όνειρα πολλά στη γραφική μας πόλη τότε που οι καιροί και οι άνθρωποι ήταν αρμονικό τραγούδι και η λίμνη με τα Γιάννενα ευωδιαστό τραγούδι…
 

Της Ελένης Παναγωπούλου – Παπαθανασίου
Αναδημοσίευση από το βιβλίο «σεργιάνι στα περασμένα..»



Τα παλιά Γιάννινα με τη λίμνη. 
Εμπρός δεξιά η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας και πίσω τα μποστάνια. 
Στο βάθος ο χιονισμένος Λάκμος/Περιστέρι και τα Τζουμέρκα.