"Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας."


(Παύλος Βρέλλης)




«Δεν ήρθε πρώιμα η άνοιξη κι ουδέ το καλοκαίρι.

Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδάμε,

γιατί ελευτερωθήκανε, αητέ, τα Γιάννενά μας!»



«Την Ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία,
αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο... »
[Ιπποκράτης]





Το πολεμικό ημερολόγιο ενός Μπιζανομάχου!

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913 ζωντανεύουν μέσα από το πολεμικό ημερολόγιο του δεκανέα Κωνσταντίνου Λινάρδου.

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ιδιαίτερη θέση στην αποτύπωση της ιστορικής πραγματικότητας μιας εποχής κατέχουν τα πολεμικά ημερολόγια, τόσο γιατί σκιαγραφούν την καθημερινότητα του καιρού τους με παραστατικότητα και αμεσότητα, όσο επειδή σε αυτά η υποκειμενικότητα των συγγραφέων τους συνήθως περιορίζεται στην απλή καταγραφή των γεγονότων, χωρίς να υπεισέρχεται σε κριτική ανάλυση των γεγονότων.

Την δεκαετία του 1910 ο Κωνσταντίνος Λινάρδος ( δάσκαλος από τα Λουσικά Νομού Αχαΐας) κλήθηκε τρεις φορές από την Πατρίδα να την υπηρετήσει και σε όλες τις κλήσεις ανταποκρίθηκε με συνέπεια. Ο ίδιος (και λόγω επαγγέλματος) θεώρησε χρήσιμο να καταγράψει όλα όσα βίωσε σε ένα πολεμικό ημερολόγιο εκατόν ογδόντα δύο σελίδων.

Σε αυτό, το μεγαλύτερο μέρος (εκατόν εβδομήντα σελίδες)  αφορά τα όσα συνέβησαν στην πρώτη επιστράτευση τον Σεπτέμβριο του 1912 και στους μετέπειτα Βαλκανικούς αγώνες , ενώ σε άλλες δέκα σελίδες έχουν καταγραφεί τα όσα έγιναν κατά την επιστράτευση του Σεπτεμβρίου του 1915.
Τέλος δύο σελίδες αφορούν την επιστράτευση του 1918, στην οποία όμως η κλάση του Παππού αποφασίστηκε να μην μετάσχει στον πόλεμο και γρήγορα αποστρατεύτηκε. Σήμερα έχω την χαρά και την τιμή να παρουσιάσω αποσπάσματα από την πρώτη επιστράτευση του 1912 και τα όσα συνέβησαν κατά τους δύο βαλκανικούς πολέμους. 
Ο Κωνσταντίνος Λινάρδος μέσα από τον 3ο Λόχο , του 7ου Συντάγματος , της 2ης Μεραρχίας του Στρατηγού Καλλάρη, πολέμησε  διαδοχικά στο Θεσσαλικό μέτωπο, στη Χίο, στο Ηπειρωτικό μέτωπο για να επιστρέψει στο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο στη Μακεδονία.

Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ ΚΑΙ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Στις 26 Δεκεμβρίου φεύγουν με καράβι για το μέτωπο της Ηπείρου :
  «αποκομίσας ολίγα βάσανα και πολλάς εντυπώσεις». 
Όμως λόγω της εξόδου του Χαμιδιέ το ταξίδι γινόταν με προσοχή , κυρίως νύκτα και χωρίς φωτισμό μέχρι την 28η  του μήνα όταν και έφτασε στο Σούνιο. Όταν λίγο μετά έφτασε στο Σαρωνικό , οι εξ Αθηνών στρατιώτες άρχιζαν να φωνάζουν:
«Δεξιά Καπετάνιε !»
να κατευθυνθεί δηλαδή προς Πειραιά. Όμως το πλοίο συνέχιζε κανονικά την πορεία του… 
Φτάνοντας στον Ισθμό και καθώς το πλοίο ρυμουλκείται από την μία στην άλλη πλευρά είχαν συρρεύσει και από τις δύο πλευρές της διώρυγας πολλοί Κορίνθιοι , κυρίως γυναίκες που προσπαθούσαν να δούνε τις προσφιλείς τους υπάρξεις τείνοντας τας χείρας προς εναγκαλισμόν…
Αρκετές από τις γυναίκες κυρίως μητέρες λιποθυμούσαν από συγκίνηση , ενώ άλλοι πετούσαν πορτοκάλια και άλλα δέματα στο πλοίο…
Προχωρώντας το πλοίο προς Αίγιο και Πάτρα , όλοι οι εξ Αχαΐας καταγόμενοι εφώναζαν τώρα εκείνοι με την σειρά τους:
«Αριστερά Καπετάνιε !»
Όμως προς λύπη και αυτών, το πλοίο συνέχιζε αταλάντευτα την πορεία του… Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς έφτασαν στο λιμάνι της Πρέβεζας όπου και αποβιβάστηκαν. Εκεί είδανε ότι όσοι βρίσκονταν από την αρχή στο Ηπειρωτικό μέτωπο ήταν αξύριστοι, ξεσχισμένοι, άγριοι  λόγω και του καιρού … Ενώ ένας αξιωματικός από τους παλιούς εκεί τους έλεγε:
«για ιδές τα … Χιωτάκια, μπαρμπούνια είναι από τα χιώτικα μανδαρίνια».
Τις επόμενες μέρες η κατάσταση εμφάνιζε πολλές δυσκολίες. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα είναι το κάτωθι:
«Ενυκτώσαμεν . Εστηρίζαμεν τα αντίσκηνα εις ένα τοίχο , εκόψαμεν κλαδιά και ηνάψαμεν ολίγη πυρά . Εσταυρώσαμεν πλέον τας χείρας , βρεγμένοι , νηστικοί , τουρτουρίζοντες και επεριμέναμεν να έβγη η ψυχή. Τόσο απελπίστημεν…».
Οι μέρες περνάνε και ουσιαστικά ρίχνουν βολές μόνο τα πυροβόλα , ενώ τα τμήματα εναλλάσσονται σαν προφυλακές μέσα σε δύσκολες συνθήκες και ενίοτε είτε μεταφέρουν προς το μέτωπο τα πυροβόλα και άλλα εφόδια , είτε προσπαθούσαν  να μην αφήνουν να περνάνε τρόφιμα στους πολιορκημένους Τούρκους. Μάλιστα σε μία περίπτωση ελληνικό αντάρτικο σώμα συνέλαβε Αλβανούς  από τα Φιλιατρά που προσπάθησαν να περάσουν στα Γιάννενα αραβόσιτο και αλάτι.  Σε μία από τις περιπτώσεις που η μονάδα του παππού ήταν προφυλακή, αναφέρει ότι όταν οι τουρκικές οβίδες έσκαγαν κοντά τους, κάποιοι θαρραλέοι τις γιουχάιζαν… ενώ μία χαρακτηριστική αντίδραση ήταν ενός εκ Σαλαμίνος που όταν έσκαγαν οι οβίδες:
  «σκυμμένος έκαμνε τον σταυρό του λέγων :« Παναγία βόηθα ». Μόλις έπαυον,  ανεσηκώνετο σείων το χέρι απειλητικώς και βλασφημών έλεγε :
«…Την Παναγία τους οι κερατάδες ,  δεν θα μας αφήσουν ούτε να κατ…».
Όλες αυτές τις μέρες ο καιρός είχε δυσκολίες. Μάλιστα μερικές φορές από το βάρος του χιονιού έπεφτε το αντίσκηνο…
Επίσης υπήρχαν αρκετά προβλήματα στην τροφοδοσία φαγητού και νερού. Έτσι όταν έβρεχε έπαιρναν τις καραβάνες έξω για να μαζέψουνε βρόχινο νερό, ενώ πολλών οι αρβύλες είχαν λιώσει και αυτές που ερχόντουσαν δεν έφταναν για όλους. Πάντως σε ώρες αδράνειας ήταν πρώτης τάξεως ευκαιρία για καλό ξεψείρισμα…. Την  Κυριακή των Αποκριών αρκετοί ντυμένοι μασκαράδες έδωσαν κέφι, ενώ έκανε εντύπωση το πέταγμα των ελληνικών αεροπλάνων πάνω από το Μπιζάνι . 
Λόγω της αδράνειας διαδίδονται μικροψέματα για επιτυχίες προς αναπτέρωση του ηθικού, γιατί υπήρξαν περιπτώσεις λιποταξιών τόσο Ελλήνων όσο και Τούρκων. 
Κατά τις 17 Φεβρουαρίου αποφασίζεται πλέον η τελική επίθεση εν μέσω πολύ κακού καιρού , κάποιοι λέγανε ότι είναι (-8) βαθμούς!
Ο στρατός άρχισε να προχωρά μέσα από απόκρημνες και στενές χαράδρες, βλέποντας κάτω γκρεμισμένα ζώα και εφόδια …


 
«Το δειλινό διετάχθημεν να μην σκορπισθώμεν αλλά να είμεθα έτοιμοι προς αναχώρησιν.  Διαταγή κατά την πορείαν επί ποινή τουφεκισμού, απαγορεύεται τσιγάρο και ομιλία. Περί την 9η νυκτερινήν ξεκινήσαμε. Τα βάσανα της νυκτερινής εκείνης πορείας είναι απερίγραπτα. Εβαδίζομεν δι’ οδών δυσβάτων, παγωμένων, βαράθρων, βήμα προς βήμα βλέποντες κάπου εις το αχανές φώτα ή ακούοντες γαυγίσματα κυνών. Περί την 1η μ.μ. εφθάσαμεν εις μικρόν χωρίον εις το μέρος όπου ήσαν αι προφυλακαί. Εμείναμεν μίαν ώραν προς ανάπαυσιν και επέσαμεν ξεροί επάνω εις κοκαλιασμένον έδαφος. Μετά ταύτα επροχωρήσαμεν προς τα κάτω και μετά μαρτύριον 5 ωρών, διέβημεν χείμαρρον του Καλαμά και προεκαλύφθημεν, όπισθεν λόφου τρέμοντες εκ του ψύχους και μη δυνάμενοι να κρατήσωμεν ούτε τα όπλα».
Στις 20 του μήνα άρχισε η γενική επίθεση και η μονάδα του παππού μου κατέλαβε την Τσούκα από την οποία μπορούσαν πλέον να ατενίζουν και τα Γιάννενα.
«Μόλις εφώτισε , τα τελευταία τμήματα, μεταγωγικά και πυροβολικό εφάνησαν κατερχόμενα όπισθεν ημών. Εκ της Τσούκας και του Αγ. Νικολάου ήρχισεν να τους βάλει το τουρκικό πυροβολικόν. Τότε ζώα, κανόνια, κάσες φυσιγγίων, κιβώτια φαρμάκων, βαλίτσαι αξιωματικών, καζάνια όλα φύρδην μύγδην έφθασαν εις το βάθος. Ευτυχώς ουδέν ζώον έπαθε τι διότι εγλυστρούσαι προς τα κάτω και μάλλον ευκολότερον κατήλθον. Αριστερά ανταρτικά και 1ο Σύνταγμα είχαν αρχίσει μάχην. Δεξιά ο 9ος και 12ος  λόχος μετά αλλαγή ολίγων τουφεκισμών κατέλαβαν τον Αγ. Νικόλαον με τα κανόνια γεμάτα και εστραμμένα προς την Μανωλιάσα. Εστήθη άνωθεν η μία πυροβολαρχία και υπεβοηθούσε την προέλαση του 1ου Συντάγματος. Ημείς επειδή εβαλλόμεθα ακόμη υπό του Αγ. Νικολάου επροχωρούσαμεν δια της χαράδρας, μόλις όμως ανέβημεν εις μικρά υψώματα, βλέπομεν το 1ο Σύνταγμα εις την κορυφήν της Τσούκας τα κανόνια μας μη βάλλοντα πλέον αφού είχε καταληφθεί ο Αγ. Νικόλαος. Οι Τούρκοι μη έχοντες όρεξη δια μάχη έφυγον για τα Γιάννινα. Επροχωρήσαμεν τότε εις τάξη μάχης και μετά μίαν ώραν είμεθα εις Τσούκα…».
Και η τελική έφοδος :
«Εμείναμε εις τάξιν διμοιρίαι κατά τετράδας εις παράταξιν και εθεώμεθα την εις το δεξιόν διεξαγομένην μάχην. Εις λόχος του 1ου Συντάγματος με τον λοχαγόν Σαγιάν επροχώρησε πολύ προς την πεδιάδα, έσωσαν όμως τα φυσίγγια και ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσιν, αφήσαντες τους τραυματίας των τους οποίους εύρεν ο προελάσας κατόπιν 2ος λόχος σφαγμένους…

Ούτε οι αξιωματικοί δεν εγνώριζον τι εγένετο διότι τους ενόμισαν δια Τούρκους. Μετ’ ολίγον εφάνησαν οι Τούρκοι προχωρούντες εις αραιάν τάξιν. Παρετάχθημεν όλοι οι λόχοι φοβούμενοι αντεπίθεσιν. Προς στιγμήν τα εχάσαμεν, διότι εβλέπαμεν και τους αξιωματικούς τεταραγμένους, το Μπιζάνι απέναντι μας και εφοβήθημεν κύκλωσιν. Ο Συνταγματάρχης εζητούσε τον οπτικόν τηλέγραφον και μια ορεινή πυροβολαρχίαν. Μετ’ ολίγον ο τηλέγραφος μας ανήγγειλε ότι η Μανωλιάσα έπεσε και η 4η Μεραρχία προήλαυνεν. Ο δε λοχαγός Πετιμεζάς στήσας δύο κανόνια εκτυπούσε ένα καταυλισμόν εις την πεδιάδα. Πρώτη οβίς επιτυχή, δευτέρα κλπ. επετούσε τας σκηνάς εις τον αέρα και οι Τούρκοι τροχάδην σαν λαγοί εξερχόμενοι των σκηνών έφευγον προς το Μπιζάνι.

Δεν παρήλθεν ώρα, ότε βλέπομεν φάλαγγας της 4ης Μεραρχίας να βαδίζουν κάτωθι δεξιά μας δια της πεδιάδος προς τη διεύθυνση της πόλεως. Κατέβημεν κάτω εις το χωριό Κοσμηρά. Δύο λόχοι προήλασαν και τη βοηθεία του πυροβολικού μας έφθασαν μία ώρα έξωθεν της πόλεως εις θέσιν Δουρούτι, ενθά έστησαν προφυλακάς.

Ημείς στρώσαμεν άφθονα χόρτα εκοιμήθημεν κατάκοποι εκ των ταλαιπωριών τριών ημερονυκτίων. Κατά τας 5, κρότοι συγκλονίζοντες την γην μας αφύπνισαν. Ωραίον το θέαμα χιλιάδων οβίδων , αίτινες εξερηγνύοντο επάνω εις το Μπιζάνι.

Τέλος περί την χαραυγήν κρότος και φλοξ ουρανομήκης, εκ της ανατινάξεως της πυριτιδαποθήκης εσήμανον το τέλος της τριμηνιαίου γιγαντομαχίας.

Ήτο ο τελευταίος επιθανάτιος ρόγχος του εκπνέοντος θηρίου.

Τα Γιάννινα είχαν παραδοθεί , το πρωτόκολον είχε υπογραφή και πυροβολισμός ουδείς ηκούετο».

Έτσι ορισμένοι βρήκαν την ευκαιρία και  έλεγον :

«Ξύπνα καυμένε Αλή Πασά και βάλε το φακιόλι, να δης τους Αρβανίτες σου που σκλαβωθήκαν όλοι».

Σε αντίθεση με την Θεσσαλονίκη , στα Γιάννενα η μονάδα του παππού μπήκε από τις πρώτες στην πόλη αναφέροντας :
«Κατά τας 2 διετάχθη το Σύνταγμά μας να βαδίση προς την πόλιν. Ούτω μετά την είσοδον του ιππικού, πρώτοι ημείς είχομεν το ευτήχημα να δοκιμάσωμεν την συγκίνηση των μετά 500 έτη απελευθερωμένων. Υπό τας ζητωκραυγάς, τα δάκρυα και τον ενθουσιασμόν των Ελλήνων εβαδίσαμεν δια της κεντρικής οδού προς την πλατείαν των στρατώνων. Τοιαύται στιγμαί είνε ανώτεραι περιγραφής. Τούτο μόνο να έβλεπε κανείς. Έξωθεν του διοικητηρίου τα φέσια σχισμένα απετέλουν στίβον…».
Στη συνέχεια υπήρξε μέλημα για την συγκέντρωση των Τούρκων αιχμαλώτων η κατάσταση των οποίων ήταν οικτρά, δείχνοντας ότι αντιστάθηκαν μέχρις εσχάτων.
«Οικτρό θέαμα . Φάσματα εκ της πείνας δεν ηδύνατο κανείς να σταθεί όρθιος . Έπιπταν κάτω λέγοντες αμάν σου (αμάν νερό). Του έρριπτες λίγο νερό εις το στόμα με το παγούρι και ανέζη .

Έφτασαν ξένοι ανταποκριταί, στρατιωτικοί ακόλουθοι , κυρίαις , οι πρίγκηπες και όλοι εμοίραζαν σε αυτούς διάφορα εδώδιμα. Τους συνοδεύσαμεν κατόπιν εις την λίμνην να πάρουν ύδωρ. Εις το άκρον της λίμνης άλογα θνησιμαία , αίματα , ακαθαρσίαι και αυτοί έπινον από τον βόρβορον αυτόν ως ζώα με το στόμα. Ασθενείς μη δυνάμενοι να κινηθώσιν θα είχον 3 ημέρας χωρίς ύδωρ. Αν κανείς παρέμενε, τον ήρπαζον τα παιδάκια και τον έφερον σύρνοντα με ενθουσιασμό, ότι μας προσέφεραν υπηρεσίαν λέγοντα: αυτός σας έφυγε και τον πιάσαμε».

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΒΟΡΕΙΟ ΗΠΕΙΡΟ

Αφού έμειναν μερικές μέρες στα Γιάννενα στη συνέχεια ανηφόριζαν για βορειότερα , όπου πτώματα Τούρκων μαζί με άλογα κείτονταν άταφα  κατά την φυγή τους …
  «Καθ’ οδόν δεξιά και αριστερά καθ’ όλην τη πορεία πτώματα Τούρκων, ήσαν των υποχωρούντων , ους οι χωρικοί μη δυναμένους εκ της πείνας να προχωρήσωσιν αποτελείωναν …».
Η πορεία ήταν συνεχής προς Κακαβιά , Δέλβινο και άλλες περιοχές της Β. Ηπείρου όπου το ελληνικό στοιχείο τους καλοδεχόταν, ενώ  εντύπωση έκαναν στον παππού μου και οι γυναίκες της περιοχής τις οποίες χαρακτηρίζει ως καλλονές ... Οι εναπομείναντες Τούρκοι στρατιώτες αλλά και πολλοί Αλβανοί κάτοικοι της περιοχής υποχωρούσαν συνεχώς, έτσι οι στρατιώτες όχι μόνο δεν έδιναν μάχες , αλλά έβρισκαν χιλιάδες εγκαταλελειμμένα αρνιά και πρόβατα , με αποτέλεσμα να γεμίσουν και με το παραπάνω οι κοιλιές… Εκείνες  τις ημέρες πολλοί ήλπιζαν ότι ο πόλεμος θα τελείωνε , όμως από εφημερίδες μάθανε ότι τα πράγματα με τους Βουλγάρους δεν είναι καλά. Αλλά και μετά την δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου , στην αρχή η μονάδα του παππού νόμιζε ότι θα ήταν αυτή που θα πήγαινε στην Αθήνα σαν τιμητικό άγημα και όλοι χαρήκαν, αλλά τελικά θα πηγαίνανε άλλοι , το ελληνικό δαιμόνιο (ο ανθυπολοχαγός Γεωργίου) αμέσως έφτιαξε ποίημα που το τραγούδαγε όλη η μονάδα:
  «Εμείς καλά καθόμαστε κοντά στους Γεωργουτσάδες ,
δίχως έγνοια στο μυαλό , και στην καρδιά μπελάδες,
οπότε μια διαταγή για τη βασιλική
κηδεία , στη πρωτεύουσα τρεχάτε βιαστικοί
Γέλοια , γλέντια και χαραίς , το επίσημο γραφτό,
Και καθένας απορεί με το ξαφνικό αυτό.
Την άλλη μέρα φθάσαμε στις δύο στο Δελβίνο
Που κελαδούν οι βάτραχοι και μαύρο έχει φίνο
Κι από την βία την πολλή, που λεν για τη μαμμή
Έκατς η Μεραρχία μας λεχώνα στη στιγμή.
Για τας Αθήνας έφυγε η Τετάρτη Μεραρχία
Και η δική μας έμεινε εις του λουτρού τα κρύα .
Λύπες πόνοι και καημοί . Αχ! κ’ βαχ! και βογγητό
Και καθένας απορεί πώς το πάθαμε αυτό …».


Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Η αναχώρηση για Μακεδονία έγινε στις αρχές Απριλίου με πλοίο, οπότε όταν αυτό έφτασε στον Άραξο , πάλι οι εξ Αχαΐας καταγόμενοι προέτρεπαν να αλλάξει ρότα φωνάζοντας  αυτή τη φορά «δεξιά καπετάνιε !!» όμως για μια ακόμη φορά ο καπετάνιος τους αγνόησε… Φτάνοντας στον Ισθμό πολλοί λέμβοι είχαν περικυκλώσει το πλοίο και παρά την απαγόρευση επικοινωνίας , πολλοί ρωτούσαν διάφορα για τους οικείους τους, ενώ υπήρχαν πολλά συγκινητικά επεισόδια και λιποθυμίες. Η αποβίβαση στη Θεσσαλονίκη έγινε στις 10 Απριλίου και από εκεί για Ασβεστοχώρι. Οι μέρες πέρναγαν συνήθως  με γυμνάσια το πρωί και ελεύθερο το απόγευμα. Ενώ αρκετοί που έπαιρναν ημερήσιες άδειες ξεχνούσαν να επιστρέψουν είτε μένοντες στην Θεσσαλονίκη , είτε καταφεύγοντες στα Νοσοκομεία… Όμως οι συμπλοκές στο Παγγαίο με τμήματα του Βουλγαρικού στρατού δημιουργούν ανησυχίες, αφού οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται ότι επίκειται και νέος πόλεμος...