"Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας."


(Παύλος Βρέλλης)




«Δεν ήρθε πρώιμα η άνοιξη κι ουδέ το καλοκαίρι.

Χαιρόμαστε, χορεύουμε και ψιλοτραγουδάμε,

γιατί ελευτερωθήκανε, αητέ, τα Γιάννενά μας!»



«Την Ιστορία μελέτα παιδί μου, γιατί έτσι όχι μόνο τον εαυτό σου και τη ζωή σου θα κάμεις ένδοξη και χρήσιμη στην ανθρώπινη κοινωνία,
αλλά και το μυαλό σου οξυδερκέστερο και διαυγέστερο... »
[Ιπποκράτης]





Το τραγούδι του Καπετάν Κρομμύδα


Στα πανηγύρια και τα γλέντια στα χωριά της Ηπείρου παίζουν τα ζυγιά και χορεύουν όλο και λιγότερο, ατυχώς, το τραγούδι του Καπετάν Κρομμύδα. Κινδυνεύει έτσι να ξεχαστεί τελείως, με τη βοήθεια του φθοροποιού χρόνου, ένα θρυλικό όνομα, αυτό του οπλαρχηγού Καπετάν Κρομμύδα, και να σιγοσβήσει η μνήμη των κατοίκων της Ηπείρου που προσέφεραν τα πάντα για την πατρίδα Ήπειρο.

Η λαϊκή ποίηση εξύμνησε με το ποιητικό τάλαντο απλών ανθρώπων τον καπετάνιο, σαν αφιέρωση στη μνήμη τούτου και την απαθανάτιση των εθνικών του αγώνων.
Ο εκτελεσμένος απ’ τους Γερμανούς με τους 49 της Παραμυθιάς, το Σεπτέμβρη του 1943, Γιάννης Μητσιώνης από τη Μόσιαρη (Σιταριά) του Πωγωνίου το σύνταξε το 1913. 
Το είχε καταγράψει ο παλιός δάσκαλος και λαογράφος Σπύρος Μουσελίμης στην παρακάτω μορφή:








Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΡΟΜΜΥΔΑΣ

Λάλησε κούκε λάλησε, λάλα καημένο αηδόνι
Λάλησε στα ψηλά βουνά και στα πυκνά λαγκάδια
Λάλα και στην Παραμυθιά ψηλά μεσ’ τον Κορύλα
Ρωτάτε για το Σπύρο μας τον Καπετάν Κρομμύδα
Πούχε σημαία γαλανή με όμορφο κοντάρι
Είχε σταυρό είχε Χριστό είχε την Παναγία
Που χρόνια όλοι τον ξέραμε αρματωλό και κλέφτη
Και πολεμούσε την Τουρκιά και πάντα τη νικούσε.
Τρομάρα το ντουφέκι του και φρίκη το σπαθί του
Προξέναγε στον τύρρανο και σ’ όλους τους δικούς του.
Εβγήκ’ εφέτος στα βουνά ψηλά στα κορφοβούνια
Κλεφτόπουλα εμάζεψε παιδιά και παλληλάρια
Παιδιά της έρμης Τσαμουριάς, βλάχους της Θεσσαλίας
Παιδιά που είχαν σίδερα στις πλάτες και στα χέρια
Σαν τα λιοντάρια φαίνονταν, σαν τα θεριά φωνάζουν.
Τα μάζεψε τα σύναξε και τάκαμε μπουλούκι
Κι’ ολοημερίς τα δίδασκε κι’ ολονυχτίς τους λέει:
-Ακούστε παλληκάρια μου και σεις παιδιά δικά μου
Δεν θέλω κλέφτες για τραγιά και κλέφτες για κριάρια
Μόν’ θέλω κλέφτες για σπαθί αντάρτες για ντουφέκι
Να πάμε ν’ ανταμώσουμε και τον Ντεληγιαννάκη
Τον Ταιριακίδη λοχαγό, τον καπετάν Κουτούπη.
Ήταν ημέρα βροχερή και η νύχτα χιονισμένη
Όταν το κίνημα έκαμε ο καπετάν Κρομμύδας
Δεληγιαννάκης Κρητικός ο καπετάν Κουτούπης
Κι’ ο Ταιριακίδης λοχαγός τη Σκάλα για να πιάκουν
Πέφτουν ντουφέκια σα βροχή, μολύβια σα χαλάζι
Φεύγουν οι Τούρκοι σα λαγοί τ’ αντάρτικου ντουφέκι
Αλλού πετάνε τ’ άρματα κι’ αλλού τις φουστανέλλες
Και οι Χοτζιάδες οι δειλοί πετάνε τα σαρίκια.
Και δέχονται απ’ τη Σέλιανη το Κρητικό ντουφέκι
Ντεληγιαννάκης φώναξε από το μετερίζι
-Παιδιά να πολεμήσωμε τον Τούρκο όσο μπορούμε
Μόνο μια ορμή νὰ κάμωμε κι’ ας είμεθα και λίγοι
Και συ Μανώλη(1) ψυχογυιέ αγαπητό παιδί μου
Σήμερα να τιμήσητε το Κρητικό ντουφέκι
Σαν το θηριό πετάχθηκε ο Μανώλης μέσ’ το βράχο
Βροντά μουγκρίζει σαν στοιχειό, τα σωθηκά του ανοίγει
Ρίχνει την πρώτη ντουφεκιά κι’ έπειτα δευτερώνει
Στην Τρίτη και την υστερνή ήρθ’ η σειρά να πάψη
Ένα σκυλί της Τσαμουριάς, το χέρι να του πέση
Πικρό ντουφέκι έρριξε απάνου στο Μανώλη
Τότε αρχίζει με ορμή ο πόλεμος κι’ ανάφτει
Πέφτουν οι Τούρκοι σαν τραγιά μέσα στο Μέγα-Λάκκο,
Λαχτάρας(2) άξιο το παιδί κι’ ο καπετάν Κουτούπης
Με τη Σημαία του Σταυρού κρατώντας εις το χέρι
Κινάν για την Παραμυθιά εκεί να γιοματίσουν,
Αλλά άλλα βούλεται ο άνθρωπος, άλλα ο Θεός κελεύει
Κι’ αυτού οι δυὸ ήταν γραφτό τη γη ν’ αγκαλιαστούνε,
Σκοτώσαν Τούρκους διαλεχτούς, σκοτώσαν όλο αγάδες
Πιάσανε σκλάβους τριάντα δυό κι’ αυτόν τον Μουλιαζίμη.
Βαρυοχτυπάει η σάλπιγγα μαζεύεται τ’ ασκέρι
Μετριούνται οι Τούρκοι τρεις φορές λείπουν εκατὸν πενήντα
Μετριούνται τα Ελληνόπουλα και λείπουν δυό λεβέντες.
* * * *
- - - - - - - - - - - - - - -
(1) Αναφέρεται στο Μανώλη Πατερνάκη, ανεψιό απ’ αδελφή του Καπετάν Μάνου Δεληγιαννάκη. Ψυχογυιός του και μοναχοπαίδι της μάνας του, έπεσε ο Πατερνάκης μαχόμενος στη μάχη της Σκάλας Παραμυθιάς το Νοέμβρη του 1912.
(2) "Λαχτάρας" ή "Μακαρόνας" ήταν ο σημαιοφόρος της ομάδας του Κρομμύδα. Έπεσε στη Σκάλα Παραμυθιάς το Νοέμβριο του 1912. (Διάβασε περισσότερα για τον Μακαρόνα στο βιβλίο του Δ. Σαλαμάγκα «Καθώς χάραζε η Λευτεριά» στην 1η συνέχεια που αναρτήσαμε στη σελίδα μας στο facebook [16-5-2012].)